Sei sulla pagina 1di 59

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΛΙΟΥ

Συνταξιούχου ΟΓΑ
∆' ∆ηµοτικού
Γεννηθείς το έτος 1904

ΙΣΤΟΡΙΚΑ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ
ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

1992
Copyright: Αθανάσιος Τόλιος, Άγιος Κοσµάς Γρεβενών

Εκτύπωση:
Παλαιοχωρινός Φώτης, Κατσιµίδου 50, Τηλ. 928.592 Θεσσαλονίκη

Αφιέρωµα στους απανταχού


Αγιοκοσµίτες
Στη µνήµη των γονιών µου
και στους κατοίκους Υψηλάντου
Λεβαδειάς που τους έκανα 160
σπίτια καµένα από Γερµανούς

Οι εισπράξεις θα διατεθούν για την αγιογράφηση της εκκλησίας Αγ. Κοσµά του
Αιτωλού

«Μάνα δε βρίσκεται λέξη καµία να 'χει στον ήχο της τόση αρµονία».
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Από µικρός µόλις 6 ετών ήµουν πολύ περίεργος να παρακολουθώ και να
αφουγκράζοµαι τους ηλικιωµένους και να µαθαίνω ιστορίες που συζητούν και
στοίβαζα στο µυαλό µου όλα όσα άκουγα, µα σαν αγράµµατος, ∆' ∆ηµοτικού, δεν
µπορούσα να αξιοποιήσω και µε κατείχε µεγάλη πικρία έως όταν διορίστηκε
δάσκαλος στο χωριό µου ο Τσάµης Κωνσταντίνος από τα Ρονσαίϊκα Αγρινίου, που
διψούσε για ιστορίες. Ρώτησε εδώ στο χωριό τι ξέρουν και του είπαν µόνο ο
Θανάσης Τόλιος ξέρει από ιστορία και σε µια συνάντηση µε ρώτησε και είπαµε
µερικά για το παλαιό µας χωριό καταστραφέν από τους άτακτους Τουρκαλβανούς,
που ελέγετο Μεληδόνιστα.
Ψάχνοντας σε µια εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος, το βρήκε και το είδε
πολυάνθρωπον χωρίον, επαρχίας Ανασελίτσης.
Οι κάτοικοι από την καταστροφή διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί και λίγοι που
έµειναν ήρθαν και έκαναν καλύβες στο σηµερινό χωριό, µία δε οµάδα µετοίκησε
και έκανε χωριό αντίκρυ της Νεαπόλεως πέραν του Αλιάκµονος και το ονόµασαν
Μελιδόνι
Ιστορικά ντοκουµέντα δεν υπάρχουν παρά µόνο µερικά µνηµεία στα εξωκλήσια
Αγ. Παρασκευής και Αι Νικόλα διότι τα σπίτια ήταν πρόχειρα, αχυροκαλύβες και
οι κάτοικοι ήταν φυγάδες από την Ήπειρο, γύρω από τον ποταµό Καλαµά. Όσα
γνωρίζω τα έµαθα από τους παππούδες και πατεράδες και όσα συγκράτησε η
µνήµη µου από διάφορες διηγήσεις.
Συνεχίζω µε το δάσκαλο έλεγα και έγραφε (ο Σωκράτης έλεγε ο Πλάτων
έγραφε) µέχρι 43 σελίδες, οπότε ο δάσκαλος έφυγε στην Αθήνα και πήραµε ο
καθένας από ένα αντίγραφο το 1980 αν θυµάµαι καλά. Εγώ συνέχισα να γράφω
µέχρι το 1986 «τέλος ευθυµήµατα» και έφθασα στις 85 σελίδες µε πολλά γεγονότα
γιατί τόσοι διανοούµενοι στο χωριό δεν θέλησαν να γράψουν την ιστορία µας να
βλέπουν οι µεταγενέστεροι τι τραβούσαν οι πατεράδες µας και παππούδες µας στα
σκοτεινά χρόνια της επάρατης σκλαβιάς από τους Τούρκους. Σαν δεν είναι τέλεια
ζητώ συγνώµη, αλλά από το να µην υπάρχει καθόλου νοµίζω συµπλήρωσα ένα
κενό.
Οι διαβάζοντες ας µε κρίνουν επιεικώς, τόσα ήξερα, τόσα έγραψα, εύχοµαι
άλλος να γράψει καλλίτερα.
«... ίσως εσείς οι µεταγενέστεροι, σαν ιδείτε την αρετή µας, θα είστε 'λικρινώτεροι
δια την πατρίδα. Γλυκώτερον πράµα δεν είναι άλλο από την πατρίδα και θρησκεία.
Όταν δι' αυτά τον άνθρωπον δεν τον τύπτει η συνείδηση του, αλλά τα δουλεύει ως
τίµιος και τα προσκυνεί, είναι ο πλέον ευτυχής και ο πλέον πλούσιος».
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
Κύριοι
Εάν σώσοµε τη Μακεδονία
η Μακεδονία θα µας σώσει
Ιωαν. ∆ραγούµης
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ
ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Άγιος Κοσµάς είναι µικρό άγονο µα όµορφο χωριό, είκοσι τρία χιλιόµετρα
βορειοδυτικά από την πόλη των Γρεβενών. Έχει υψόµετρο 950 µέτρα και κλίµα
ξερό µε ψυχρό χειµώνα και δροσερό καλοκαίρι.
Πήρε το όνοµα του από τον απόστολο Άγιο Κοσµά που δίδαξε σ' αυτό το
1777, καρφώνοντας µάλιστα πάνω σ' ένα τσέρο και ένα σιδερένιο σταυρό που
έφτιαξε ο γύφτος του χωριού. Ο Σταυρός παρά τα τόσα χρόνια παραµένει
ανοξείδωτος. Τον σταυρό έδωσε στον παπά του χωριού, γιά φύλαξη. Ο Αθ.
Παπαβασιλείου προφήτευσε ότι ο σταυρός θα κάνει το χωριό γνωστό σ' όλο τον
κόσµο.
Επί τουρκοκρατίας το χωριό άκουε στο όνοµα Τσιράκι, λέξη τουρκική που
σηµαίνει τον µαθητευόµενο υπάλληλο, τον ψυχογιό.
Το αρχικό όνοµα του χωριού ήταν Μελιδόνστα. Κτίσθηκε πιθανότατα το 21-
25 µ.χ Ανήκει και αυτό στα TASTRA STATTNA, τις κατασκηνώσεις αυτές που
αργότερα έγιναν χωριά και που τις ίδρυσαν τα στρατεύµατα του αυτοκράτορα
Οκτάβιου στον αγώνα εναντίον του Αντωνίου. Τα σπίτια της Μελιδόνστας, 300
χιλιάδες και πλέον ήταν κλαδοσκεπασµένα. Οι κάτοικοι στην αρχή ήταν
κτηνοτρόφοι µε γιδοπρόβατα και εκατοντάδες βόδια. Οι αλλεπάλληλες όµως
λεηλασίες που δέχονταν από τους τουρκαλβανούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας
συντέλεσαν στο να γίνουν οι περισσότεροι κτίστες.
Κατά τον 17ο αιώνα η Μελιδόνστα έπαθε µεγάλη καταστροφή. Μια οµάδα
τουρκαλβανών είχε έρθει τότε για πλιάτσικο στο χωριό. Την µέρα εκείνη γινόταν
και γάµος. Με την απειλή των όπλων έσυραν πρώτοι το χορό και άρχισαν να
πειράζουν τις γυναίκες µπρος στα µάτια των συζύγων αδερφών και πατεράδων.
Το πολύ κρασί τους µέθυσε και το
βράδυ, καθώς κοιµόνταν το βαρύ του µεθυσµένου ύπνο, οι κάτοικοι
εκδικούµενοι µε µαχαίρια, τσεκούρια και ρόπαλα τους σκότωσαν όλους, εκτός
από έναν που κατόρθωσε να διαφυγή και ν' αναγγείλει το γεγονός σε
ισχυρότερες δυνάµεις, οι οποίες σε δυο-τρεις µέρες έφθασαν στο χωριό. Το
κύκλωσαν, έβαλαν φωτιά και έφεραν το όλεθρο και την καταστροφή.
Από τις τριακόσιες οικογένειες µόνο έντεκα απέµειναν, οι οποίες
κατασκεύασαν νοτιότερα αγροικίες και ίδρυσαν ένα συνοικισµό που πήρε το
όνοµα Τσιράκι. Οι Τσιρακιώτες ζούσαν κρυφά από τον κόσµο, αλλά και πάλι
τους ενοχλούσαν οι τουρκαλβανοί και πιο πολύ στα-µαύρα του παιδοµαζώµατος
χρόνια. Έτσι αναγκάζονταν να ζητήσουν την προστασία ενός ισχυρού Αλβανού,
του Οµέρ Μπέη µε τη συµφωνία αυτός να τους προστατεύσει και αυτοί να του
δίδουν το 1/3 από τα προϊόντα τους. ∆ηλαδή έγινε τσιφλίκι το χωριό τους.
Πήγαν και στο "χουµικέτι" (δικαστήριο) που έκαµαν γραπτά όλα τα παραπάνω.
Έτσι εγκαταστάθηκε ο µπέης στο χωριό. Την κούλια (κατοικία) την έχτισαν οι
χωριανοί στην τοποθεσία που είναι σήµερα το ηρώο. Η κούλια ήταν δίπατο
γερό σπίτι µε αποθήκες. Ο µπέης όµως σιγά - σιγά από προστάτης γίνεται
τύραννος. Πολλοί τότε αγαναχτισµένοι έπαιρναν τις οικογένειες τους
και έφευγαν. Και όσο το χωριό λιγόστευε τόσο και πιο σκληρός και
αδίστακτος γίνονταν ο προστάτης τύραννος. Ωσότου το 1750 ο Γεώργιος
Μελτσάκος, ένας κοντός και άσχηµος αλλά έξυπνος άνδρας που εργαζόταν στην
Πόλη σ' ένα βεζίρη, κατόρθωσε ν' αποσπάσει φιρµάνι " γεσκερέ " (έγγραφο) από
την Υψηλή Πύλη που διέταζε τον Οµέρ Μπέη µέσα σ' ένα εξάµηνο να έρθει σε
συµφωνίες µε τους κατοίκους και να τους δόση τα κτήµατα, πράγµα που έγινε.
Το 1906 ο Καπετάν Λίτσας (αξιωµατικός Αντώνιος Βλαχάκης από το Γύθειο)
στρατοπέδευσε στο χωριό µας. Επίσης στο χωριό µας έµεινε τραυµατισµένος µία
νύχτα ο Καπετάν Λούκας ή Κόκκινος που πέθανε αµέσως µετά την
απελευθέρωση των Γρεβενών. Η λαϊκή µούσα τον τραγούδησε µε τους
παρακάτω στίχους.
Τι ήθελες, τι γύρευες στου Λέχοβου τη ράχη;
Καλά 'σουν, Λούκαµ' στα βουνά και στα Καστανοχώρια.
Το χωριό απελευθερώθηκε το 1912 παρά τη λυσσώδη αντίσταση των
βαλαάδων (εξισλαµισθέντων Ελλήνων). Λέγεται ότι η ευκαιρία να πάρουµε το
ελληνικό Μοναστήρι χάθηκε, καθώς ο Ισάτ µε 25 άνδρες φανατισµένους
αιφνιδίασε την νύχτα την µεραρχία του Ματθιοπούλου κοντά στο Αµύνταιο, σε
τέτοιο βαθµό που τη διέλυσαν εντελώς και µέχρι να ξανασυνταχθεί ήταν αργά.
Το 1917-18 π.Χ βρισκόµαστε υπό την κατοχή των Γάλλων, το 1926 το
Τσιράκι πήρε το όνοµα Άγιος Κοσµάς. Στον ελληνοϊταλικό πόλεµο όσοι άντρες
δεν είχαν επιστρατευτεί στον τακτικό στρατό επιστρατεύθηκαν πολιτικώς για να
επιδιορθώσουν το δρόµο από Καστελάνο µέχρι ∆οτσικό να περνούν τα
πυροβόλα. Οι γυναίκες από 20-60 ετών µε αδύνατα ζώα και γαϊδουράκια (τα
µουλάρια και τα γερά ζώα είχαν επιστρατευτεί) φορτώνανε από τον εφοδιασµό
της Βουχωρίνας και φθάνανε µέχρι το µέτωπο. Βάδιζαν ξυπόλητες πάνω στα
χιόνια ολονυχτίς. Κοιµότανε έξω. Η ∆έσπω Παπαβασιλείου απέβαλε στο δρόµο
δίδυµα νεκρά. Οι γριές και οι κάτω από είκοσι ετών έπλεκαν µάλλινα. Ο παπάς
κάθε Κυριακή µάζευε τα µάλλινα και ό,τιδήποτε άλλο και µε το "καραβάνι" των
γυναικών τα 'στελνε στο µέτωπο. Μετά ήρθε η κατοχή και ο ανταρτοπόλεµος.
Υποφέραµε πολύ και 'µεις όσο όλοι οι Έλληνες, ίσως και περισσότερο.

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ


Στο τρίγωνο που βρίσκεται καθώς µπαίνουµε στο χωριό, απέναντι από το
εξωκλήσι Άγιος Κοσµάς, και που σχηµατίζεται από τους τρεις χωµατόδροµους
που οδηγούν ο ένας στο χωριό, ο άλλος στα Γρεβενά και ο τρίτος στην
τοποθεσία " Αµπέλια " βρίσκονται τα εγκαίνια του χωριού.
Εκεί έχουν σκάψει µεγάλο λάκκο και έχουν θάψει µία αγελάδα και µία
κλωσσαριά µε τα πουλιά .Άλλοι λένε πως έχουν θάψει και µία γουρούνα µε επτά
γουρουνόπουλα. Όλα αυτά τα έχουν σκεπασµένα µε µεγάλες πλάκες. Όλοι οι
µεγαλύτεροι ξέρουν µε ακρίβεια την τοποθεσία αυτή και τη λένε "εγκαίνια του
χωριού " και έχουν θάψει όλα αυτά για να φύγουν από το χωριό πονηρά
πνεύµατα.

ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΦΑΡΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ


Οι οικογένειες που απέµειναν από το παλιοχώρι (παλιό χωρίο ) "Μελιδόνστα"
ήταν οι Ευαγγελάδες, σηµερινοί Λαλέοι. Οι Τζηκέοι, στους οποίους υπάγονται
και οι σηµερινοί Κουτσουνικέοι, και οι Κεδρέοι, από τους οποίους προέρχονται
οι σηµερινοί Κουµπουρέοι.
Σηµερινές φάρες είναι: Οι Μπαζακέοι, Λαζέοι, Παπαβασιλείου,
Σβολιαντοπουλέοι, Νατσιοπουλέοι, Μελτσακέοι, Ζηκέοι, Λιοντέοι, Τολιέοι,
Βραγκέοι, Νουκέοι, Χρυσοχόοι, Σιωµέοι, Κυρατσέοι, όλοι σχεδόν συγγενείς
µεταξύ τους.
Οι περισσότεροι είναι κτίστες. Πήραν την τέχνη αυτή από τους πατεράδες
τους που παλιά µ' ένα µουλάρι, ένα ψυχογιό µε το σφυρί και µε το ζύγι έφθαναν
µέχρι τη Ρούµελη και το Μωριά, κτίζοντας και κάνοντας χρόνια µερικές φορές
να επιστρέψουν στο χωριό τους, στα σπίτια τους. Γι' αυτούς η Ρούµελη και ο
Μωριάς ήταν µαύρη ξενιτιά.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ


Στο χωρίο µας ο Άγιος Κοσµάς ήρθε στα 1777 και φιλοξενήθηκε στο σπίτι
του γύφτου (σιδερά) που προσφέρθηκε να φτιάξη το σιδερένιο σταυρό, τον
οποίο την άλλη µέρα µετά την διδασκαλία ο Άγιος Κοσµάς έµπηξε στον τσέρο
κάτω από τον οποίο µιλούσε. Από τους παππούδες αναφέρεται πως ο
Ισαπόστολος µετά το κήρυγµα έκαµε µερικές προφητείες όπως:
« Αυτός ο κλώνος του τσέρου όταν θα πέσει θ' αρχίσουν τα δεινά της
πατρίδος µας. Κατά το µέρος που θα πέσει από κει θ' αρχίσει ο πόλεµος».
Πράγµατι ο κλώνος έπεσε το 1939 µ.Χ και προς το µέρος της Αλβανίας.
«Όταν θα πέσει ο τσέρος θα 'ρθουν ακόµη δεινότερα κακά για τη χώρα».
Ο τσέρος έπεσε το 1945 µ.Χ.
Άλλες προφητείες: «Καλότυχα τα βουνά γιατί θα σώσουν κόσµο».
«Νά 'χετε ψωµί κι αλάτι στον ντροβά κρεµασµένο στην πόρτα για να τα
πάρετε που θα φύγετε ξαφνικά στα βουνά».«Νά 'χετε τα παιδιά σας ποδεµένα
στον ύπνο γιατί θα ξυπνήσετε και θα φύγετε µακριά » (Σιδερένια πουλιά θα
πετούνε στις φωτιές)
Στη θέση του τσέρου βρίσκεται σήµερα η εκκλησία προς τιµήν του Αγίου.
Κτίσθηκε κατόπιν ενεργειών του Πάτερ-Αυγουστίνου, µητροπολίτη Φλώρινας,
Πρεσπών και Εορδαίας.

ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΕΗ


Μου έχει διηγηθεί ο παππούς µου Απόστολος Σβολιαντόπουλος, µου είπε ο
Θανάσης Τόλιος ότι το κονάκι του Μπέη είχε προεξοχή µε ξύλα γερά στο πάνω
πάτωµα και είχε το αποχωρητήριο προς την εκκλησία. Έκανε δε ο Μπέης ένα
σωρό αισχρά πράγµατα την ώρα που εµείς προσευχόµασταν.
µία φορά φώναξε την γυναίκα του Κουτσονίκου να στείλει την όµορφη νύφη
για καθαριότητα στο κονάκι (στη κούλα ) Η νύφη δεν πήγε και για να τον
αποφυγή έφυγε και πήγε στο (Λούντζι) Καλλονή, στον πατέρα της. Όταν κτίζανε
την εκκλησία Άγιος Αθανάσιος περί το 1760 µ.Χ ήρθε ο µουδιρές (ειρηνοδίκης)
να ζητήσει (τεσκερέ) άδεια, καβάλα στ' άλογο, γιατί χωρίς άδεια δεν επιτρέπεται
να κτίζουν εκκλησιές. Κατέβηκε κάθισε σταυροπόδι στην Αγια Τράπεζα και
τραβούσε την τσιµπούκα του κάνοντας και άλλες ασχήµιες µέχρι να του φέρουν
την άδεια. Αφού του είδε την άδεια έφυγε. Στην τοποθεσία όµως Κρύον τον
έριξε το άλογο και έσπασε το πόδι του σε τρεις µεριές. Έµεινε µετά στο χωριό
µετανιωµένος 15 µέρες.
Την Κούλια (κονάκι - σπίτι του Μπέη) τη χαλάσανε οι χωριανοί και µε τις
πέτρες έκτισαν την εκκλησία, µε διαταγή του Θόδωρου Ζιάκα, (Φαληρέας)
Μακεδονοµάχου.

Ξεσήκωµα για την απελευθέρωση στο ΤΣΙΡΑΚΙ


Στην τοποθεσία «Τζαφέρι» οι τσιρακιώτες σκοτώνουν τούρκο φοροεισπράκτορα
της δεκάτης και του κεφαλικού φόρου. Στην τοποθεσία «Μπαριαµόπκο»
σκοτώνουν τούρκο ονόµατι «Μπάριαµ» (Κασιδιάρης). Το 1850 οι κλέφτες
τσιρακιώτες, τραυµάτισαν σοβαρά στην τοποθεσία «Σιόποτο» (σύνορα
Μπισιόβου (Κυπαρισσιού) και (Τσιρακιού) ένα Σπάχη δεκάτης, λεγόµενο
Ζηνίλη εκ Τσοτυλίου. ∆εν τον αποτελείωσαν όµως, τον λυπήθηκαν τον έφεραν
στο σπίτι του Αποστόλου Σβολιαντόπουλου µε τις πρώτες βοήθειες συνήλθε και
µετά έγινε καλά. Οι Τσοτυλκοτες τούρκοι µαθαίνοντας το γεγονός, µε όπλα, µε
τσεκούρια και δρεπάνια ξεκίνησαν να καταστρέψουν το χωριό µας. Ο
τραυµατίας όµως µία και σώθηκε δεν τους άφησε να κάνουν κακό.
Την εποχή αυτή 1908 ή 1910 µ.Χ περίπου βρίσκονταν στην περιοχή τρεις
κλέφτες, ένας από αυτούς ήταν ο χωριανός µας Γεώργιος Χρυσοχόος. Είχαν
καταντήσει γερή µάστιγα για τα γύρω χωριά χαρατσώνοντας και λεηλατώντας
τους κατήγγελλαν στο (καρακόλι) σταθµό χωρ/κής στη Ροδιά. Ειδοποιήθηκαν τα
χωριά Ροδοσίνιστα (Μέγαρο) Τσιράκι (Άγιος Κοσµάς) Μπίσιοβο (Κυπαρίσσι)
Λούντζι (Καλλονή) Τρισκό (Τρίκορφο) Μεραλί (Χρυσαυγή) και οι
(Ζαντερµάδες) χωροφύλακες τους κύκλωσαν, τους συνέλαβαν και τους
σκότωσαν. 1908.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕ∆ΟΝΟΜΑΧΩΝ


Στο χωριό ζούσε τα χρόνια του Μακεδονικού αγώνος, ένας ονόµατι Χύτας.
Αυτός πρόδινε στο καρακόλι (Αστυνοµία Ροδιάς) στους τούρκους τις κινήσεις
των ανταρτών. Ο µακεδονοµάχος Ν. Γκάρας τον συνέλαβε κρυφά, τον οδήγησε
στην τοποθεσία (Λιτιβός) και τον έσφαξε ως προδότη. Άλλοι πάλι λένε πώς τον
κρέµασε και µετά τον έκαψε. Η τοποθεσία που τιµωρήθηκε λέγεται
«καψόλακκος του Χύτα».

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΛΙΤΣΑΣ
Το 1906 έφτασε στο χωριό µας ο Καπετάν Λίτσας επικεφαλής εκατόν τριάντα
ανδρών ανταρτών µακεδονοµάχων. Από κάθε γωνία της γης, κρητικοί µε βράκες
και µακεδόνες µε µαύρες λερέ φουστανέλες. Ο καπετάν Λίτσας έπαιρνε διαταγές
από τον Καπετάν Βάρδα. Στρατοπέδευσε στα ακρινά σπίτια του χωριού και
κατέλυσε στο σπίτι του Θανάση Τόλιου.
Την άλλη µέρα έψησαν δεκατρία αρνιά µε την βοήθεια του Νικολάου
Παπαβασιλείου στην τοποθεσία «Τρεβελι αλώνι». Μετά τα µοιράσθηκαν εξ
ίσου όλοι και αφού πλήρωσε ο ταµίας του στρατού έφυγαν.
ΝΙΚ. ΓΚΑΡΑΣ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ
Ο Νικόλαος Γκάρας και ο Ιωάννης Καλόγηρος ήταν µακεδονοµάχοι. Ο
Καλόγηρος ήταν αυτός που άρχισε την εισαγωγή όπλων από την
απελευθερωµένη τότε Ελλάδα .Τα όπλα τα εισήγαγε κρυφά και τα αγόραζαν
όλοι. Ήταν κοντά γράδες και τους χρειάζονταν να 'ναι οπλισµένοι για να
µπορούν έτσι ν' αγωνισθούν πιο δραστικά για την απελευθέρωση των.
Σ' ένα απ' αυτά τα ταξίδια ξεφόρτωσαν όπλα στο Γαµβρό του Στέργιου
Σιώµου. Την άλλη µέρα θα τα µοίραζαν. µία λίρα είχε ένα όπλο µε εκατό
φυσίγγια. Κάποιος όµως τους πρόδωσε και οι τούρκοι έστειλαν απόσπασµα από
τριάντα άνδρες µε επικεφαλής ένα οµπάση (λοχία) να µπλοκάρει το χωριό.
Ευτυχώς ο οµπάσης ήταν έλληνας εκτουρκισθείς από το χωριό Βατόλακο
Γρεβενών και τον φώναζαν «Κούκο». Αυτός ειδοποίησε κρυφά τους κατοίκους
να κρύψουν τα όπλα.
Η Βασίλω Λάµπρου στην έρευνα δεν πρόλαβε να κρύψει τα φυσίγγια και τα
έβαλε κάτω από τα φουστάνια της. Ο Κούκος την κατάλαβε και της είπε στ' αυτί
να µη κουνηθεί και θα της πέσουν. Το απόσπασµα έπιασε το Στέργιο Σιώµο και
άρχισε να τον κτυπά για να µαρτυρήσει που είχε τα όπλα. Ο κούκος όµως του
είχε πει να µη βγάλει µιλιά. Όµως καθώς κτυπούσαν το Σιώµο οι γυναίκες µε
µανία άρχισαν να πετροβολούν τους τούρκους. Οι τούρκοι αναγκάσθηκαν να
απολύσουν τον Στέργιο Σιώµο. ∆ιότι αλήθεια - ψέµατα λένε πως ο νόµος τους
απαγόρευε να συλλαµβάνουν γυναίκες και έφυγαν άπρακτοι.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Την απελευθέρωση την µάθαµε από το Κώστα Σβολιαντόπουλο και τον
Γεράσιµο Τόλιο που στείλαµε στα Γρεβενά. Αυτοί επιστρέφοντας µας
ανήγγειλαν το ευχάριστο γεγονός από µακριά µε αναρίθµητες τουφεκιές. Μετά
µαζευτήκαµε όλοι στο Μεσοχώρι. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Τουφεκιές -
Γλέντι, χορός. Την άλλη µέρα ήρθαν και είκοσι άνδρες στρατού. Οι κάτοικοι
τους καταφιλούσαν κλαίγοντας από χαρά. Την επόµενη έγιναν και βαπτίσια. Ο
λοχίας του στρατού βάπτισε το γιο του Χρήστου ∆. Λάζου που είχε γεννηθεί την
µέρα της απελευθέρωσης και τον ονόµασε Ελευθέριο προς τιµήν της Λευτεριάς
που ανέτειλε στο χωριό µας.

ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ
Το 1917-18 κατά τον Α' παγκόσµιο πόλεµο είχε έρθει στο Χωριό µας ένας
λόχος από αραπάδες. Ήταν µισθοφόροι τον Γάλλων και είχαν φυλάκιο στου
Παπατάτσιου, το νερόµυλο, στο ρέµα µεταξύ Μπίσοβο και Τσιρακίου. ∆ιαταγή
του ήταν τα βράδια τέλεια συσκότιση. Τυχαία σώθηκε ο Απόστολος Τόλιος και
η γυναίκα του που το βράδυ εκείνο. Με δαδιά έψαχναν να βρουν τα χαµένα
βόδια τους. ∆ιερµηνέα οι Γάλλοι είχαν τον Βασίλη Τζάµο απ' το χωριό µας που
συνετέλεσε να µη πάθει τίποτε το χωριό µας από τους Γάλλους.

Θύµατα Μικρασιατική καταστροφής.


Στο Μικρασιατικό αγώνα είχαµε τα παρακάτω θύµατα.
1) Νικόλαος Σβολιαντόπουλος. Σκοτώθηκε στην τελευταία µάχη στα υψώµατα
της Προύσας.
2) Παπαβασιλείου Ανδρέας. Πέθανε βαριά άρρωστος στην Πέργαµο της Μ.
Ασίας.
3) Τζιαµπίρης Κώστας. Εξαφανίσθηκε στην οπισθοχώρηση της Άγκυρας.
4) Σβολιαντόπουλος Ευθύµιος. Έβγαλε το µάτι του.

ΕΠΕΙΣΟ∆ΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1940 - 50


Ενθυµούµαι λέγει ο Αθανάσιος Τόλιος ότι όταν κάποτε ο στρατός έβαλε µε
οβίδες από τον Πεντάλοφο το χωριό µας (δεδοµένου ότι εδώ ήταν οι αντάρτες)
ένα βλήµα κτύπησε την γλυκόηχη καµπάνα της εκκλησίας µας και την
αχρήστευσε. Κάνοντας οι Γερµανοί µία εκκαθάριση ήρθαν στο χωριό µας αφού
διέλυσαν την ενάτη Μεραρχία στα βίλα -κάλτα της Πίνδου. Οι κάτοικοι
κατέφυγαν στα δάση µε τις οικογένειες τους να κρυφτούν. Οι Γερµανοί πήραν
ότι ζώα βρήκαν. Ανάµεσα σ' αυτά ήταν και ολόκληρο το κοπάδι του Νικολάου
∆. Μπαζάκα. Τα πήγαν στις Κυδωνιές που ήταν η προσωρινή τους έδρα. Ο
Νικόλαος Μπαζάκας πήγε να τους παρακαλέσει να τους δώσουν τουλάχιστον
δέκα πρόβατα για να ζήσει µ' αυτά τη φαµελιά του. Στις Κυδωνιές όµως του
έκαναν έρευνα και του βρήκαν στη τσέπη του µαλιότου (κάπα κοντή) ένα
φυσίγγι. Αυτό ήταν αµέσως του έδεσαν µε' σχοινί γερά πίσω τα χέρια και µαζί
µε έναν ακόµη από την Κορυφή, δύο Γερµανοί οπλοφόροι τους οδήγησαν προς
το µέρος του χωριού για εκτέλεση. Ο Μπάρµπα Νικόλας λασκάρισε το σχοινί
κάτω απ' το µαλιότο του. Ελευθέρωσε τα χέρια του και στην κατάλληλη στιγµή
το έβαλε στα πόδια. Του ρίχνουν οι Γερµανοί, αλλά µόνο µία σφαίρα τον
τρύπησε µε τραύµα διαµπερές στο χέρι. Έτσι γλίτωσε ο µπάρµπα Νικόλας που
ζει και µας διηγείται ο ίδιος την ιστορία του. Τον άλλον τον σκότωσαν.
Οι αντάρτες του δευτέρου γύρου είχαν επιστράτευση κοπέλες βιαίως.
Ανάµεσα σ' αυτές ήταν και η Βικτόρια Ντόγκα η οποία απέδρασε οι αντάρτες
ήρθαν εξοργισµένοι στο χωριό και για αντίποινα πήραν τη µητέρα της Φωτεινής
για εκτέλεση. Την πήγαν συνοδεία στο Κυπαρίσσι. Το βράδυ έµειναν στο σπίτι
κάποιου και την εποµένη θα την πήγαιναν στο Ανταρτοδικείο. Το βραδύ ο
σκοπός κοιµήθηκε και αυτή αποφασίζει. Πηδά από το παράθυρο 4 µέτρα ύψος
χωρίς να πάθει τίποτε. Περνά αθόρυβα τα στενά δροµάκια. Έρχεται στα σύνορα
Αγίου Κοσµά και από εκεί ολονυκτίς πήγε στην Κορυφή όχι από το δρόµο αλλά
από τα δάση να µη την συναντήσει κανείς. Στην Κορυφή ήταν διλοχία στρατού
έτσι εκεί ήταν ασφαλισµένη.
Κάποτε οι αντάρτες µαζέψανε γυναίκες πολλές για να θερίσουν σιτάρια
∆υτικά από το χωριό µας. «θα του βάλουν σ' αποθήκες έλεγε «να το 'χουν για
τον αγώνα». Ανάµεσα στις γυναίκες ήταν και η Σταυρούλα Μελιτσάκου, την
οποία οι αντάρτες εξετέλεσαν εν ψυχρώ.
Στο συνοικισµό Εκκλησίες το 1945 ηµέρα του Αγίου ∆ηµητρίου οι αδελφοί
Αδ. Γιωργολαίοι, δεξιοί αντάρτες µεταµφιεσµένοι σκότωσαν εν ψυχρώ τον
Ευάγγελον Γαβριήλ, ∆. Στούπα, 18 ετών και δύο ακόµη άτοµα, παιδιά 17
χρονών, Γιάννη Καλόγηρο και Λάµπρο Κολέτσο.
Κατά το πρώτο ανταρτικό συνελήφθηκαν από την πολιτοφυλακή (αστυνοµία
του ΕΛΛΑΣ) σαν υπαίτιοι κλοπής και εδάρθησαν ανηλεώς οι Αθανάσιος Λάζος,
Οδυσσεύς Λάζος, Ανδρέας Μπαζάκας, Νικόλαος Μπαζάκας, Σεραφείµ
Νατσιόπουλος.
Τελικά αποδείχθηκε ότι δεν έκαµαν καµιά κλοπή.
Οι Γερµανοί στα σύνορα του χωριού µας µε τις κυδωνιές εξετέλεσαν τον
παπαδάσκαλο Τότσκα Αθανάσιο.

Θύµατα Γερµανών:
1) Γεώργιος Γερ. Τόλιος. Σκοτώθηκε στη θέση Νταούλι Βερµίου, από τους
Γερµανούς.
2) Σεραφείµ Νατσιόπουλος σκοτώθηκε στο ύψωµα Καραντίζ Κοζάνης από
τους Γερµανούς.
3) Στέργιος Τζήµος, σκοτώθηκε στην εκκαθάριση στην τοποθεσία Βίλα-Κάλτα
από τους Γερµανούς.
4) Αρετή Μιλτσάκου. Οκτάχρονο κοριτσάκι. Σκοτώθηκε από νάρκη στην
τοποθεσία Αγία Τριάδα.
5) Ευγενία ∆. Μπαζάκα 17 ετών, Πολυξένη Κυράτσου 18ετών,
επιστρατεύθηκαν βιαίως και σκοτώθηκαν.
6) Λάζαρος Λάζος και Λουκάς Τόλιος. Σκοτώθηκαν στα Ζαγόρια από τους
Γερµανούς.
7) Η Βαγγέλαινα Γαβριήλ και η κόρη της 18 ετών Ευδοκία στην τοποθεσία
Λιντιβός από πολυβολισµό αεροπλάνων.
Αυτά και ίσως και µερικά άλλα είναι τα θύµατα που όλοι µας θυµούµαστε,
γιατί όλοι µας γίναµε αδέλφια τις δύσκολες εκείνες στιγµές. Τώρα αν δε θέλει να
δει ο ένας τον άλλον τι να γίνει.

α) Το εξωκλήσι «Άγιος Αθανάσιος».


Είναι ένας µικρός ναός που βρίσκεται τριακόσια µέτρα νότια της µεγάλης
οµωνύµου εκκλησίας ρυθµού Βασιλικής.
Μπαίνοντας µέσα αισθάνεσαι κάτι σαν δέος κάτι σαν οραµατισµό στα
δύσκολα εκείνα χρόνια της τουρκοκρατίας, παπαδάσκαλο, κλεφτόπουλα,
οκτώηχο κ.λ.π.
Έχει ηλικία 600 και πλέον χρόνια. Συγκεκριµένα αναφέρεται πως ήταν
εξωκλήσι την εποχή που το χωριό ονοµαζόταν «Μελιδόνστα». Το τέµπλο είναι
τελείως φθαρµένο, γι' αυτό η αγιογράφηση έγινε εκ νέου στο Ιερό όµως έχεις να
θαυµάσεις τις αριστουργηµατικές εικόνες ηλικίας όση και ο ναός. Η
αγιογράφηση µε την εις θόλου αποτύπωση της Αποκαθήλωσης του Κ.Η.Ι.Χ.
Πάνω είναι ο Άγιος Παρµένας δίπλα ο Άγιος Στέφανος. Ακολουθεί η
Πλατυτέρα πάνω από την οποία είναι ζωγραφισµένοι οι Αρχάγγελοι και δίπλα
τους τα σύµβολα Α.Γ λ ι ΟΝ . Κατόπιν η αγιογράφηση των Μεγάλων Πατέρων
της εκκλησίας. Οι εικόνες προκαλούν θαυµασµό και έκπληξη και κοσµούν τον
ζωγράφο µε απαράµιλλον φαντασίαν και εκπληκτική δεξιοτεχνία. Η
αυστηρότητα στην εκφραστικότητα των Προσώπων. Ο πόνος και Θεϊκή
µελαγχολία που χρειάζεται, προσδίδουν κάτι το αριστουργηµατικό. Η
φυσικότητα και η απλότητα των χρωµάτων (καθ' ότι αυτά καθ' αυτά τα χρώµατα
είναι φυσικά) προσθέτουν κάτι επί πλέον, στην αξία των. Άξιο να τονισθεί και η
αρχαιολογική των αξία, προερχοµένη από την ηλικία των.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν:
1) Η αποκαθήλωση του Κ.Η.Ι.Χ. όπου η αναπαράσταση του Θείου προσώπου
είναι αριστουργηµατική και
2) Η Πλατυτέρα.
Εδώ βρισκόταν και η θαυµατουργή εικόνα του "Αγίου Αθανασίου την οποία
προσπαθούσαν να µεταφέρουν από τον µικρό ναό στον µεγάλο αλλά την άλλη
µέρα η εικόνα βρισκόταν ξανά στην θέση της. Το δυσάρεστο στο εξωκλήσι είναι
ότι οι κόγχες των µατιών των εικόνων έχουν αποξεθεί πιθανώς από τους
τούρκους. Μερικοί όµως από τους γεροντότερους ανάφεραν και άλλο λόγο ότι
έχουν αποξεθεί από τις τότε κακές γερόντισσες για µαγικού λόγους.
β) Ο Ναός « Άγιος Αθανάσιος»
Ο µεγάλος ναός του χωριού, ρυθµού Βασιλικής, κτίσθηκε το 1745 µ.Χ πάνω
στο ναό ίδιου ρυθµού. Κατ' άλλους ο παλαιότερος ναός ήταν υπόγειος.
Ανακαινίσθηκε εκ νέου το 1940 έως 1950 και τώρα µπορούµε να πούµε πως
βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Τίποτε όπως στο εσωτερικό δεν υπάρχει από τον
παλιό ναό. Υπάρχουν όµως στα αρχεία βιβλία τυπωµένα το 1740 µ.Χ τα βιβλία
αυτά είναι οκτώηχοι, Ευαγγέλια, παρακλητικά και άλλα. Η γραφή τους είναι
δυσανάγνωστη για τους σηµερινούς ιερείς.
Στον περίβολο του ναού είναι και η πλατεία του χωριού που δέχεται κόσµο
πολύ σε χαρές και σε λύπες. Εδώ στην πλατεία παλιά πριν κτισθεί ο ναός υπήρχε
και µία λιµνούλα στην οποία ερχόταν το δείλι τα άφθονα τότε γελάδια και
πίνανε νερό. Ανατολικά και πολύ κοντά στο ιερό υπάρχει ένας µεγάλος τσέρος
διαµέτρου 2 µέτρων και ηλικίας εκατοντάδων ετών.

γ) το εξωκλήσι «Αγία Παρασκευή»


Είναι ένα µικρό εκκλησάκι που βρίσκεται στα βόρεια του χωριού. Προκαλεί
στον επισκέπτη ένα αλλόκοτο συναίσθηµα κάτι σαν δέος σαν φόβο και κάποιο
φτερούγισµα της φαντασίας στα δύσκολα και σκληρά εκείνα χρόνια της
τουρκοκρατίας. Εδώ άγνωστοι πριν λίγα χρόνια έσκαψαν το εσωτερικό και
βρήκαν θησαυρό.
δ) Το εξωκλήσι «Άγιος Νικόλαος»
Είναι µικρό και µοιάζει µε το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.

ε) Το εξωκλήσι « Άγιος Κοσµάς»


Κτίσθηκε το 1967 µ.Χ. Κατόπιν ενεργειών του Μητροπολίτου Καντιώτη προς
τιµήν του Ισαποστόλου Αγίου Κοσµά. Είναι ρυθµού Βυζαντινού και βρίσκεται
στην είσοδο του χωριού. Εδώ φυλάσσεται ο σιδερένιος Σταυρός του Αγίου
Κοσµά..

στ) Το εξωκλήσι «Άγιος Ιωάννης»


Κτίσθηκε το 1972 από τους αδελφούς Λάζου, που έχουν τον Κυλινδρόµυλο
στα Γρεβενά. Είναι ρυθµού Βασιλικής και βρίσκεται στο νεκροταφείο του
χωριού.

Εκκλησιαστική επιτήρηση
Το χωριό µας ανήκει από παλιά στη Μητρόπολη Σιατίστης. Ενώ ο
συνοικισµός που βρίσκεται µισό χιλιόµετρο νότια του χωριού µας στην
Μητρόπολη Γρεβενών. Τούτο συµβαίνει καθώς ισχυρίζονται οι γεροντότεροι
διότι στον Άγιο Κοσµά ερχόταν ο επίσκοπος Σιατίστης και στις Εκκλησιές ο
επίσκοπος Γρεβενών και αντάµωναν στο χωριό µας δια να ρυθµίσουν θέµατα
σχετικά µε την θρησκεία και την παιδεία και γιατί όχι και για τον κλεφτοπόλεµο
ενάντια στους Τούρκους.

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΠΑΛΙΟΜΑΝΑΣΤΕΡΟ
Ανατολικά του σηµερινού νεκροταφείου και σε απόσταση 200 µέτρα, υπάρχει
ένας φυσικός τεπές ύψωµα στρογγυλό. Εδώ υπάρχουν κοµµάτια κεραµιδιών
ογγίδια σκουριά και κοµµάτια από κατεργασµένο σίδηρο.
«Παλιά εδώ ήταν µοναστήρι» διηγούνται οι περισσότεροι από τους
γεροντότερους. Στη γύρω περιοχή µέχρι το σηµερινό νεκροταφείο υπάρχουν
πολλοί τάφοι. Οι τάφοι αυτοί προκαλούν έκπληξη µε τα µακριά και γερά κόκαλά
τους.

Το Σχολείο
Παλιά το Σχολείο µας ήταν στη θέση που σήµερα είναι το ηρώο. Ήταν
µονοθέσιο και αριθµούσε συνολικά 90 και πλέον µαθητές. Στο σχολείο αυτό
πηγαίναµε τις τέσσερες πρώτες τάξεις. στις δύο ανώτερες τάξεις πηγαίναµε σ'
άλλο σχολείο µε πιο σπουδαγµένο δάσκαλο στις Κυδωνιές (Βαντσκό). Στο
χωριό αυτό σώζεται ακόµη το παλιό σχολείο. Κατά το 1920-23 το σχολείο
γκρεµίσθηκε. Κάναµε µάθηµα στο σπίτι της Ασπασίας. Κατά το 1937 στην
τοποθεσία που είναι σήµερα το σχολείο κτίσθηκε άλλο µε δύο αίθουσες, το 1944
οι Γερµανοί εκδικούµενοι το θάνατο ενός Γερµανού το βοµβάρδισαν και το
έκαψαν, για να κτισθεί στη θέση του το σηµερινό µονοθέσιο µε την ενέργεια του
τότε προέδρου ∆. Σβολιαντόπουλου.
Σήµερα το σχολείο µας έχει µεγάλο γήπεδο και αριθµεί τους 14 µαθητές.

ΠΗΓΕΣ - ΞΩΝΕΡΙΑ
Στο χωριό µας υπάρχουν δύο βρύσες και καλό πόσιµο νερό. µία στην
τοποθεσία Σκαφίδα και λέγεται τρανό πηγάδι. Με σωλήνες από την πηγή το
νερό το φέρνουν στο Μεσοχώρι (στο µέσον του χωριού).
Η άλλη βρύση βρίσκεται στην τοποθεσία Αµπέλια, σ' αυτή έχει γίνει
πρόχειρη καλλιέργεια. Έτσι στερεύει νωρίς και α9γά αναβλύζει. Βέβαια
υπάρχουν και άλλες βρύσες και πηγές όπως στην τοποθεσία Λεπτοκαριά
«Μέγας» κ.λ.π αλλά είναι µακριά από το χωριό, απ' αυτές µόνο η βρύση Μέγα
έχει όλο το χρόνο νερό.
Έξω από το χωριό και σε (ορισµένες τοποθεσίες αναβλύζουν χειµώνα
καλοκαίρι κάτι νερά που αναδίζουν µία δυσάρεστη µυρωδιά. Σε πολλές
περιπτώσεις η µυρωδιά του προδίνει την εµφάνιση στην σύσταση του µεγάλης
ποσότητας θείου και άλλων συστατικών ίσως ιαµατικών. Σπάνια τα νερά αυτά
είναι καθαρά. Τέτοια νερά υπάρχουν στις τοποθεσίες «χαρτολάκκος» «Μικρή
δέση» και στο «Κούφαλο».
Τα νερά αυτά τα λέµε ξωνέρια επειδή βρίσκονται έξω από το χωριό. Τα
γνωρίζουµε όλοι και τους δίνουµε θαυµατουργικές ικανότητες. Όταν κάποιος
αρρωστήσει χωρίς λόγο τάζει κάτι στα νερά ένας της οικογένειας και νύκτα
πηγαίνει σ' αυτά έχοντας και το τάξιµο. Συνήθως τα ταξίµατα είναι
κουταλοπίρουνα, χρήµατα, βασιλικού κλωνάρια, ακόµη και χρυσαφικά. Γεµίζει
µία µπουκάλα νερό, και επιστρέφει. Στην διαδροµή το στόµα το έχει «ραµµένο».
∆εν µιλά οποιονδήποτε και αν συνάντηση στο δρόµο αν µιλήσει το νερό χάνει
τις ικανότητες και ο κόπος του πήγε χαµένος. για να το αποφυγή αυτό πηγαίνει
τα µεσάνυχτα τότε που Ι όλοι κοιµούνται. Αν επισκεφθείς τα νερά θα δεις κάτω!
άφθονα κουταλοπίρουνα, χρήµατα, κλωνάρια βασιλικού! ακόµη και χρυσαφικά.
Τα ταξίµατα κανείς δεν τολµά να τα] πάρει γιατί θα του συµβεί µεγάλο κακό.
Όταν επιστρέφεις µε την µπουκάλα γεµάτη νερό αν βάζοντας το αυτί σου στο
στόµιο της µπουκάλας, ακούσης τραγούδια µέσα από το νερό τότε ο ασθενής
σου θα γίνει καλά.| Πάρα πολλοί είναι αυτοί που λένε πως άκουσαν οµιλίες και
τραγούδια µέσα από το νερό. Με το νερό αυτό αλείφουν και σταυρώνουν τον
άρρωστο τρεις µέρες συνέχεια από τρεις φορές την ηµέρα. Πολλοί αναφέρουν
πως έχουν γίνει] καλά απ' αυτά τα νερά. Υπάρχουν και µερικοί που τα ξωνέρια
τα λένε αγιονέρια.

ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ
Το χωριό µας φηµιζόταν το 1900 -1950 για τους καλύτερους οικοδόµους
τεχνίτες. Τα έργα των προξενούν ακόµη και σήµερα θαυµασµό και έκπληξη.
Ανάµεσα σ' αυτούς πρέπει να ξεχωρίσουµε το Γεώργιο Βράγγα και τον Γεώργιο
Μεσίκα
Έργα του Γεωργίου Βράγγα είναι: Οι εκκλησιές Λούβρης Βοΐου, Κορυφής
και Κονάτσι Ελασσόνας. Τα καµπαναριά των εκκλησιών Κυπαρισσιού και
∆ασυλίου προπύλαια σχολείων και άλλα. Ο Γεώργιος Βράγγας είχε το χάρισµα
και την επιδεξιότητα να χαράσσει πάνω σε πέτρες διάφορα σχέδια και σχήµατα,
διαφορά ζώα και πτηνά µε λεπτοµέρεια και παραστατικότητα, Επίσης µε τη
σµίλη τον έπαιρνε την ακατέργαστη και δυσκοπελέκετη πέτρα και την
µεταµόρφωνε σε κάτι το έµψυχο. Μεγάλης αξίας θεωρείται το αυτοσχέδιο
πέτρινο λιοντάρι που έσπασε αλλά σώζεται ακόµη στο Κυπαρίσσι. Αν ο
Βράγγας εργάζονταν πάνω στο µάρµαρο θα' ταν άφταστος. Πάντως ήταν
απονήρευτος άνθρωπος και εργάζονταν για ένα κοµµάτι ψωµί.
Έξυπνος δραστήριος και επιδέξιος ο εργολάβος Γεώργιος Μεσίκας.
Έργα του είναι το οικοτροφείο του Γυµνασίου Τσοτυλίου. Η εκκλησιά
Κυδωνιών η εκκλησία του συνοικισµού και πολλά σχολεία του νοµού Γρεβενών.
Σαν πρόεδρος στο χωριό την εποχή 1925 - 30 πολλά προσέφερε ο Σεραφείµ
Νατσιόπουλος. ∆εν υπήρχε εξυπνότερος άνδρας στην γύρω περιοχή λένε οι
µεγαλύτεροι. Κατόπιν ενεργειών του η κοινότητα πήρε την θέση Ανήλιο. Πολλά
επίσης προσέφερε και η προεδρίνα Ευδοξία Μπαζάκα.

ΤΟ ΚΑΨΑΛΙΣΜΑ (Η Αναχώρηση ) ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ


Οι µαστόροι παλιά έφευγαν από το χωριό οµάδες - οµάδες µε τα ζά τους.
Όλοι οι χωριανοί τους ξεπροβόδιζαν µέχρι το εκκλησάκι Αγία Τριάδα.
Εκεί υπήρχε και ένα µεγάλο δέντρο, το «κλαψόδεντρο».
Οι γυναίκες των ξενιτεµένων επιστρέφοντας έκοβαν κλαριά και τα µπήγανε
µπροστά στις αυλόπορτες και στις πόρτες. Γιατί έτσι ήταν καλά γι’ αυτούς που
έφευγαν.
Όταν κάποιος θα 'φευγε για τα ξένα, το βράδυ µαζεύονταν όλοι οι συγγενείς
µε µπουγάτσες (καλοζυµωµένα ψωµιά), στρώνανε όλοι µαζί τραπέζι στο
πατρικό και ακολουθούσε γλέντι. Την άλλη µέρα αυτός που θα' φεύγε, αφού
έκανε το σταυρό του στο εικονοστάσι του σπιτιού, φιλούσε το χέρι του πατέρα
και της µάνας και ξεκινούσε. Όλοι οι Χωριανοί τον ξεπροβόδιζαν. Τους
χαιρετούσε έναν έναν όλους.

ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΙΚΑ
Οι µάστοροι (κτίστες) για να συνεννοούνται χωρίς να το καταλαβαίνουν τ'
αφεντικά τους µιλούσαν µια άλλη γλώσσα τα µαστορικά. Θρυλείται ότι η
διάλεκτος αυτή έχει την καταγωγή της πολύ παλιά. Από την εποχή του σοφού
Σολόµωντα την µιλούσαν κάπως διαφορετικά ασφαλώς, οι κτίστες του ναού του
Σολοµώντα για να µπορούν να συνεννοηθούν χωρίς να το καταλαβαίνει ο
αυτοκράτορας που διαρκώς ήταν πάνω από τα κεφάλια τους.
Έτσι αναφέρεται στο θρύλο πως δηµιουργήθηκαν τα µαστόρικα και που µ'
αυτά συνεννοούνται ακόµη και σήµερα οι µάστοροι.
Παρακάτω µερικές από τις λέξεις που χρησιµοποιούν:
µάνο = ψωµί,
οξιά = νερό,
τσέτσο = κρέας,
µοχός = άνδρας,
µοχούσες = γυναίκες,
αγγίδες = τα κορίτσια
τραχάλα = η εργασία,
κούφιος = το σπίτι,
δικρανάς = ο δάσκαλος,
κούρκουλας = ο παπάς
και µια πρόταση: Θα µας πραχαλισ' η αγγίδα ζούµπινα= θα µας φτιάξει η κοπέλα
πίτα.

ΚΥΡΑΤΖΗ∆ΕΣ
Οι Κυρατζήδες ήταν οι καραβανιάριδες οι οποίοι άλογα και µουλάρια
διέσχιζαν .όλη την Βαλκανική Χερσόνήσο. Ακολουθούσαν ειδικά το δρόµο:
∆ουράτσο-Ιωάννινα - Θεσσαλονίκη - Κωνσταντινούπολη. Αυτοί έκαναν και το\|
ταχυδρόµο στο χωριό µας στα χρόνια της τουρκοκρατίας Γιατί πολλοί από µας
εργάζονταν τότε στην Πόλη, όπως ( Γ. Μελτσάκος, Χ. Κουτσονίκος,
Κουµπούρας, Χριστόδουλος Τόλιος, Παναγιώτης Κουτσονίκος και άλλοι.
Οι κυρατζήδες ήταν κάτι σαν πλανόδιοι, έµποροι, ήτα έξυπνοι, γενναίο,
επιδέξιοι, διπλωµάτες και ήξεραν να ιππεύουν. Οι περισσότεροι πλούτισαν. Το
χωριό Περιβόλι το νοµού Γρεβενών καυχιέται για τους καλούς κυρατζήδες
ανάµεσα σ' αυτούς ο πιο φηµισµένος ήταν ο αρχικυρατζής Γκόνκος Μίσις.
Φυσικά όταν στέλναµε µε τους κυρατζήδες ή όταν µας έφερναν γραφή τους
δίναµε και παράδες χρήµατα. Σχεδόν πάντα είχαν δικαιοδοσία από τους δικούς
µας που εργάζονταν στην πόλη να µας δανείσουν και χρήµατα. Μας υποχρέωναν
όµως να υπογράψουµε ένα χαρτί µε βούλα (σφραγίδα). Επειδή οι περισσότερες
γυναίκες δεν ξέρανε γραφή στα χαρτιά υπήρχε και η φράση «Αντί υπογραφής
ιδού ο δάκτυλος µου» και τύπωναν το δάκτυλο µας. Τα χαρτιά αυτά τα λέγανε
οµόλογα και τα χρήµατα που παίρνανε πόλσα. Τα χρήµατα τα έπαιρναν από τους
δικούς µας όταν πήγαιναν στην Πόλη δείχνοντας τα οµόλογα.
Ιδιωµατισµοί - Λέξεις Ξένες
8) Μπούκλα και φτσέλα= ξύλινα δοχεία χρήσιµα για τη µεταφορά νερού.
9) Τσότρα = πιο επίσηµο ξύλινο δοχείο που χρησιµοποιούσαν να βάζουν κρασί
και να καλούν του ντόπιους και τους ξένους στις χαρές.
10) Πόντζια= πήλινο ταψί το κατασκεύαζαν από κόκκινο χώµα και το ζύµωναν
αφού πρόσθεταν κόπρανα βοδιών και γιδόµαλλο. Τη χρησιµοποιούσαν για
να ψήνουν τις µπουγάτσες και τις λαγγίτες.
11) Τσκάλι = πήλινο δοχείο κατασκευασµένο όπως και η πόντζια.
12) Λαένι = πήλινο δοχείο, το χρησιµοποιούσαν να βάζουν και να διατηρούν τα
τουρσιά κυρίως από λάχανο.
13) Ψάθα την έστρωναν κάτω και κάθονταν γύρω – γύρω από ένα χαµηλό
τραινέλι και έτρωγαν και κοιµώντουσαν.
14) Μισούρες= τα πήλινα παλιά πιάτα.
15) Τέντσερ= η κατσαρόλα.
16) Τσάσκα= η κούπα
17) Ξυλάλετρο = Ξύλινο αλέτρι κατασκευασµένο από τους ίδιους τους
χωρικούς. Μ' αυτό οργώνουν τα χωράφια τους.
18) ∆ικέλι = έχει δυό προεξοχές και χρησιµεύει για να σκάβουν αµπέλια και
κήπους.
19) Μπέλι = Γεωργικό εργαλείο. Είδος φτιαριού που σκάβουν.
20) Καρπολόϊ = Γεωργικό εργαλείο που τους χρησίµευε να εξανεµίζουν το
σιτάρι και τα άλλα δηµητριακα.Αλλα και τώρα τους χρησιµεύει γιατί το
αλώνισµα των σιταριών γίνεται µε άλογα ακόµη και σήµερα. Μόλις
τελειώσει ο θέρος αλείφουν µέ λάσπη από χώµα και κόπρανα βοδιών το
αλώνι Μπήζουν ένα ξύλο γερά στη µέση κουβαλούν µετά τα δεµάτια του
σιταριού και το αλώνισµα αρχίζει.
21) Σύνεργα = Όλα µαζί τα γεωργικά εργαλεία.
22) Γιαµάκ = Χάλκινο µικροδοχείο σ' αυτό έβαζαν τροφές για τα βρέφη.
23) Μαλιότο = κοντή µάλλινη κάπα.
24) Ταγάρ = ξύλινο ελαφρό δοχείο µετρούσαν τα σιτάρια, χωρούσε 10-11
οκάδες.
25) Ζαβόρτσια = Η εξώπορτα ή η πόρτα η ξύλινη ενός παγκσέ (κήπου).
26) Μαγειριά = Η κουζίνα.
27) Κατόϊ = Όλα τα παλιά τα σπίτια έχουν απαραιτήτως κατόι ,εκεί
διατηρούσαν τα τυριά και τα βούτυρα.
28) Αχούρ = Το µέρος που έβαζαν τον χειµώνα τα ζώα.
29) Μαντρότο = Ο πέτρινος περίβολος που έχουν απαραίτητα όλα τα σπίτια. Για
να µήν µπορεί να µπει το χειµώνα ο λύκος και να µην φαίνωνται τα ζώα, απ'
έξω και µατιάζονται.
30) Κλαδαριές = θυµωνιές από κλαρί για να τρώνε το χειµώνα τα ζώα.
31) Ντραγκάλα = Μακρύ ξύλο για να δένουν τα κλαρί όταν η κλαδαριά είναι
ψηλή.
32) Λέλεκας = ∆ρεπάνι µε µακρυά λαβή.
33) Παλαµαριά = χρησιµεύει στον θερισµό. Βάζουν τις οπές στα δάκτυλα του
αριστερού χεριού και µαζεύουν την χεριά.
34) Φεγγίτης = τρίποδας που στην κορυφή του βάζα ν δαδιά και φώτιζε τότε
που δεν υπήρχε πετρέλαιο και το λάδι ήταν δυσεύρετο.
35) Οντάς = το καλύτερο δωµάτιο του σπιτιού. Βρίσκονταν στο πάνω πάτωµα.
36) Σουµαλνάει = κάνει θόρυβο.
37) Μπακαλνάει = Μπουσουλάει.
38) Κουρί = δάσος πυκνό µε πανύψηλα δέντρα.
39) Κολτιµέρι = σίδερο γυριστό που αµπαρώνει (ασφαλίζει) από µέσα την
εξώπορτα.
40) Να ντεκνήσετε = Να σηµώσετε. Να δώσετε παράδες αν θέλετε να σας πω
κάτι.
41) Τα ίτσια = είδος λουλουδιών που ανθίζουν τον Απρίλη, είναι τουφωτά και
έχουν διάφορα χρώµατα τα πηγαίνουν στον επιτάφιο.
42) Κόχη = Η γωνία του τζακιού, εκεί κάθονται τα γερόντια και σε γάµο και σε
γιορτή. Βάζουν τους επισήµους.
43) Αναβατό = είδος τυριού. ∆εν είναι στερεό µοιάζει µε φρέσκη µηζύθρα, αλλά
έχει διαφορετική γεύση αλλιώς λέγεται και καλό τυρί.
44) Ούρδα = Η µηζύθρα.
45) Μπάτζιος = είδος τυριού. Είναι ξηρό και πολύ αλατισµένο, τηγανιτός
τραβάει µπόλικο κρασί.
46) Σαρµάντσα = κούνια ξύλινη µωρού.
47) Παράδες = τα χρήµατα.
48) Τζιτζιβές = το µπρίκι που φτιάχνουν καφέ.
49) Κάκτες = καρύδια.
50) Καφάλιασµα= Η αναχώρηση, το φευγιό.
51) Καµόδεντρο= Σηµαδιακό δέντρο κάπου στην Αγία Τριάδα κοντά στο δρόµο
που πηγαίνει στα Γρεβενά. Μέχρι εκεί προβάδιζαν αυτούς που
ξενητευόταν.Κάθονταν κάτω από το δένδρο και έκλαιγαν για τον
αποχωρισµό , εκεί έλεγαν και τραγούδια της ξενιτιάς.
52) Πόλσα = Προκαταβολή χρηµάτων. Την προκαταβολή αυτήν την έπαιρναν οι
γυναίκες αυτών που δούλευαν στην πόλη από τους Κυρατζήδες.
53) Πισνίκ = το τελευταίο καρβέλι(φάγαµε και το πισνίκ) το τελευταίο καρβέλι.
54) Φλέγκα = Μιά φέτα ψωµί.
55) Κουνίνια = δέρµατα ζώων.Ελάτε να κολατσίσουµε = κολατσιό.
56) Κόσα = πλεξούδα Πλήκος = ο χαρτοφάκελος.
57) Τσιράκι = Ο µαθητευόµενος, ο υπάλληλος το ξιφλίπ. Από την λέξη αυτή
πήρε το όνοµα το χωριό µας παλιά. Μιας ] και είχαν µείνει µόνο ένδεκα
οικογένειες και εξαρτώνται | από τα γύρω χ<οριά ή επειδή ήταν τσιφλίκι του
Οµέρ Μπέη.
58) Αυτός που έκανε κουµάντο στην χαρά Μπράτιµος ή βλάµης.
59) Μπνάρι = πηγάδι.
60) Βλάι στούρα = Σφραγίδα που σφράγιζαν τις λειτουργειές.
61) Φουρλέτσκο = Βουρτσόξυλο µ' αυτό χτυπούν µέσα σε ξύλινο λαένι το γάλα
και βγάζουν το βούτυρο.
62) Γκιλπίρι = Ξυθάλι. Μ'αυτό µαζεύουν τα κάρβουνα από τον φούρνο για να
ρίξουν τα καρβέλια.
63) Κόσιες = τα έντερα των ζώων.
64) Φουκάλ = Η σκούπα.
65) Ποδάριτκα = τα µαστορικά. Οι µάστορες (κτίστες) για. να συνενοούνται
είχαν δική τους διάλεκτο.
ΜΕΡΟΣ ∆ΕΥΤΕΡΟ
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Στη συνέχεια θ' ασχοληθώ µε τις συνήθειες του χωριού στη γέννηση στη
Βάπτιση στον αρραβώνα στο γάµο και στο θάνατο. Οι συνήθειες αυτές στους
νεώτερους έχουν ξεφτίσει µε αποτέλεσµα να αποµακρύνεται όλο και
περισσότερο ο άνθρωπος από τόν άνθρωπο.

Α. Η ΓΕΝΝΗΣΗ
1. Η εγκυµοσύνη.
Η εγκυµοσύνη είναι η πιό δύσκολη περίοδος της γυναίκας. Βρίσκεται «µε
τόνα πόδι στο λάκκο» και όλοι της εύχονται «καλή λευτεριά». Την προσέχουν
πολύ άνδρας και πεθερικά. Η αποβολή όταν η εγκυµοσύνη της βρίσκεται σε
ζυγό αριθµό µηνών θεωρείται θάνατος. Όταν η έγκυος µπη στο Μ·ηνα της τότε
την προσέχουν όλοι τους περισσότερο. Ετοιµάζουν τα σπάργανα και τις φασκιές.
Η φασκιά µε δύο χρώµατα µαύρο και άσπρο. Χρησιµοποιούν αυτά τα χρώµατα
για να µη καλοκαρδίσουν τον Χριστό ούτε τον διάβολο.

2. Ο τοκετός
Μόλις άρχιζαν οι πόνοι αµέσως η πεθερά ή ο άνδρας ή κάποια γειτόνισσα
έτρεχαν να ειδοποιήσουν την παπαδιά την Πανάγιω και τη ∆έσπω που θα
βοηθούσαν πολύ στη γέννα. Μόλις γεννιόταν το παιδί του έδεναν τον αφαλό
(αφαλόκοβαν) µε καρούλι (κλωστή λεπτή) και του έρριχναν άλας σ' όλο το
σώµα για να γίνη γερό. Ύστερα άπλυτο καθώς ήταν το φάσκιωναν και τον
τύλιγαν µε µιά φασκιά πλεκτή µε δύο χρώµατα άσπρο και µαύρο και που στην
άκρη είχε ένα φλουρί. Ακολουθούσαν οι ευχές «Να ζήση» «Και σε άλλα µε
γεια», «µε κόρη».

3. Μοίρες
Μετά τρείς µέρες έρχονται οι µοίρες στη σαρµάνιτσα (κούνια) του µωρού και
του δίνουν τις χάρες. Για να τις υποδεχθή του βάζουν ένα στέµµα στο κεφάλι. Το
στέµµα γίνεται από µιά µαύρη κορδέλλα, πάνω στην οποία τοποθετούν τρία
χρυσαφικά. Το ίδιο βράδυ η µητέρα πλύνεται και αλλάζει.

4. Το λούσιµο - το πλύσιµο των ρούχων


Το µωρό το πλένουν µετά από οκτώ µέρες σ' όλο του τ^ σώµα. Προσέχουν
πού θα χύσουν το νερό. Το χύνουν σε µέ ρος πούναι αδύνατον να πατήσει
ανθρώπινο πόδι. Τα ρου χαλάκια του µωρού τα πλένουν καθαρά. Τα απλώνουν
κα προσέχουν να µη βασιλέψουν. Πρέπει δηλαδή να τα µάσου1 πριν από τη δύση
του ήλιου.

5. Οι προφυλάξεις της λεχώνας.


Η λεχώνα έπρεπε τρείς µέρες να µείνη άπλυτη κι ανάλαγη. Πλυνοταν µόνο
και άλλαζε το βράδυ που θα επισκεπτόταν οι µοίρες το µωρό. Όταν δεν είχε
γάλα έρχονταν µιά άλλη γυναίκα που τύχαινε να θηλάζη εκείνη την εποχή και
θήλαζε το βρέφος. Αυτή λεγόταν παραµάνα.
Η λεχώνα σαράντα µέρες έπρεπε να µείνει κλεισµένη στο σπίτι όχι όµως
µόνη της. Στη περίπτωση που θάµενε µόνη της θα της έβαζαν στο δωµάτιο µιά
σκούπα για συντροφιά. Κάτω από το προσκέφαλο της τοποθετούν «τ' αρµενία»
δηλαδή χαµοµήλι, που το µαζεύουν στα γενέθλια του Ιίοάννου του Προδρόµου
και θυµίαµα. Η λεχώνα για να µη φέρη απότοµα γάλα δεν έτρωγε κρέας. Για να
έρθη φυσιολογικά το γάλα της έδιναν κρεµµύδι και ψωµί.
Εάν συναντηθούν δύο ασαράντιστες για να τους ζήσουν τα µωρά πρέπει να
αλλάξουν σηµάδια (δακτυλίδια ή καλτσοδέτες). Τα σηµάδια θα τα κρατήσουν
έως ότου διαβαστούν. Η λεχώνα δεν πρέπει να µιλάη πολύ. Κάθε βράδυ πριν
κοιµηθή θυµιατίζει γύροο στο δοψάτιο. ∆εν επιτρέπονται στην περίοδο αυτήν οι
επισκέψεις. Οι επισκέψεις γίνονται µόνο τη µέρα. Η γυναίκα που επισκέπτεται
για πρώτη φορά το σπίτι της λεχώνας της φέρνει µπουγάτσα (καλοζυµωµένο
ψωµί) λαγγίτες ρύζι και µερικές φορές κότα και κρασί.
Όταν πιά σαραντήση θ' ασπρίση το σπίτι, θα πλυθή κι θ' αλλάξη. Όταν
σηµάνη εσπερινός µε µιά γειτόνισα που κρατά το βρέφος πηγαίνει στην
εκκλησία. Μετά την ευλογία γυρίζει στο σπίτι ακούγοντας στο δρόµο τις ευχές
των άλλων γυναικών και η ζωή συνεχίζεται όπως πριν.

ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ
Η µητέρα θηλάζει το βρέφος περισσότερο από ένα χρόνο.
Σε πολλές περιπτώσεις µέχρι να ξαναµείνη έγκυος. Για να αποκόψουν το
θήλασµα αλείφουν το στήθος µε κόκκινο πιπέρι ή µε µπογιές προσπαθώντας να
προκαλέσουν τον αποτροπιασµό του βρέφους. Πριν πάρη αυτή την απόφαση η
µητέρα πρέπει απαραιτήτως να πάη στην εκκλησία και να παρακάλεση την
Παναγία να βοηθήση «να µη κλαίει τώρα που δεν θα το θηλάξει».

α) Μέτρηµα.
Όταν το παιδί είναι κοµµένο το µετρούν. ∆ιαπιστώνουν αν είναι κοµµένο
µετρώντας µε πιθαµές και τα δυό χέρι. Το µέτρηµα το κάνουν συνήθως οι
γερόντισσες/Επειτα το τρίβουν στη µέση το τοποθετούν µπρούµυτα παίρνουν το
δεξί πόδι και το αριστερό χέρι και προσπαθούν να τα πλησιάσουν. Το ίδιο
κάνουν µε το αριστερό πόδι και το δεξί χέρι. Όλα αυτά επαναλαµβάνονται τρείς
φορές. Βάζουν µε τη µηΗ τέρα ν' αλείφη µε γάλα τη µέση και ρίχνουν πάνω και
στάχτη. Το ίδιο επαναλαµβάνεται επί τρείς συνέχεια µέρες. Τη\ τρίτη µέρα το
παιδί θάναι «περδίκι».

β) Ξεµάτιασµα
Όταν το βρέφος αδιαθετήση απότοµα χωρίς καµµιά ο(γανική πάθηση λένε ότι
έχει µατιασθή. Το ξεµµατιάζουν µε κάρβουνο νερό και λάδι ή και µε αλάτι. Το
κάρβουνο που θα βουλιάξη δείχνει πως το βρέφος είναι µατιασµένο καθώς και
το λάδι που θα χαθή στο νερό.
γ) Ξεΐσκιωµα
Επίσης όταν το µωρό κλαίει χωρίς λόγο το ξεϊσκιώνουν. Για να γίνη το
ξεΐσκιωµα πρέπει να φέρουν µιά κούπα νες -που θα το πάρουν από τα «ξωνέρια»
του χωριού και θα φέρουν στο σπίτι χωρίς να µιλήσουν καθόλου στο δρόµο.
Μιά γερόντισσα λέει µερικά λόγια (δυστυχώς δεν τα αποκαλύπτουν γιατί
µετά δεν πιάνει). Πάνω απ' την κούπα µε το νερό και το ξεΐσκιωµα έχει γίνει.
δ) Το ξέτλιγµα
Το ξέτλιγµα γίνεται όταν φύγη από τη θέση του ο οφαλός του µωρού.
Τρίβουν τότε την κοιλιά µε λάδι και φέρνουν πάλι σιγά - σιγά τον αφαλό στη
θέση του. Το δένουν στη µέση µε πήδογλο (χοντρή µάλλινη τριχιά):
τελειώνοντας η «µπάµπου» λέει «Γιά το τέκνο σου» και τις δίνουν παράδες.

ε) Το γύρισµα της καρδιάς


Όταν το παιδί είναι ανήσυχο του γέρνουν την καρδιά. Βάζουν το παιδί της
κοιλιάς στο κεφάλι και το φέρνουν γύρω τρείς φορές, λένε και µερικά λόγια και
το γύρισµα της καρδιάς έγινε.
Τέλος δεν κόβουν τα µαλλιά και τα νύχια του µωρού πριν χρονιάση.
στ) Νανουρίσµατα.

1.
Έλα ύπνε απ' τα αµπέλια παρ' τη µπέπα απ' τα λέλια
εύρ' την πέρα στα µαντρούλια να κοιµάται µε τ' αρνούλια
Να ξυπνά µε τα κατσκούλια
Έλα ύπνε ύπνωσε το Παναγιά αποκοίµισε το.

2.
Νάνι Νάνι· νάνι του ώσπου νά' ρθη η µάννα του να του φέρη
λουλούδια λουλούδια τριαντάφυλλα και µοσχογαρύφαλλα.

Β. Η ΒΑΠΤΙΣΗ
Η Βάπτιση δεν παρουσιάζει κάτι το ξεχωριστό στο χωριό µας. Το µεγάλο
αυτό µυστήριο τελείται όπως σε όλα τα χωριά και τις πόλεις της χώρας µας.
Παλιά ο νουνός έδινε από µόνος του το όνοµα χωρίς να ρωτά τους γονείς. Τί
νουνός θάταν αν το όνοµα του το έλεγαν οι γονείς. Πολλές είναι οι
παρεξηγήσεις· αναφέρονται µεταξύ µητέρας του παιδιού και νουνού για τ' όνοµα
που δεν άρεσε στην κουµπάρα. Πάντα όµως οι συγγενείς τους συµφιλίωναν.
Πριν φύγη από την εκκλησία ο νουνός την ώρα που τελειώνει η Βάπτιση
στέκεται στην είσοδο και κερνά παράδες (5 δρχ., 10 δρχ.) όλους αυτούς που
παρευρίσκονταν στο µυστήριο και που µε τη σειρά τους του εύχονται «Να σου
ζήση», «πάντα ψυχικά».
Το µεσηµέρι ή το βράδυ ανάλογα γίνεται τρικούβερτο γλέντι. Στο γλέντι
καλούν τον παπά, τον νουνό και τους άλλους συγγενείς µε «µπουγάτσα» τις
τρεις επόµενες Κυριακές πρέπει απαραιτήτως ο νέος Χριστιανός να πάη στην
εκκλησία και να κοινωνήσει, καίγοντας και τη µεγάλη άσπρη λαµπάδα και που
την τρίτη Κυριακή αφήνει στην εκκλησία.
Γ. ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΗΜΑΤΑ (Αρραβωνιάσµατα)
Ο γάµος γινόταν παλιά µε προξενιό, χωρίς να ερωτηθούν καθόλου οι
ενδιαφερόµενοι. Ό,τι αποφάσιζαν οι γονείς τους ήταν υποχρεωµένοι να το
σεβαστούν. Τα αρρεβωνιάσµατα γινόταν στο σπίτι της νύφης µε γλέντια και
τραγούδια πάντα την νύχτα. Οι γονείς τ' αδέλφια και οι συγγενείς έδεναν σε ένα
µπουκέτο ξηρό βασιλικό τα σηµάδια (κό! τι φλωριά και ένα ζευγάρι κάλτσες
µάλλινες) και τα αλλάι ζανε. Έπειτα χαιρετιόταν µεταξύ τους µε φιλήµατα κι
έλειγαν «Στεργιοµένα», «Να µας ζήσουν». Τρεις ή πέντε ή επτά πυροβολισµοί
διαλαλούσαν στο χωριό το χαρµόσυνο γεγονός µιας και µέχρι κείνη τη στιγµή
υπήρχε µνεγάλη µυστικότητα.
Ύστερα ερχόταν στο δωµάτιο η µέλλουσα νύφη και δώριζε µάλλινες κάλτσες,
στους άνδρες συγγενείς του γαµβρού και µάλλινα µαντήλια στις γυναίκες. Μετά,
αρχίζοντας από τον πεθερό της περνούσε απ' τον καθένα µπροστά έκανε
υποκλίσεις και τους φιλούσε το χέρι και αυτοί την κερνούσαν παράδες. Ο
πεθερός., η πεθερά και ο γαµβρός την κερνούσαν από µία λίρα χρυσή.
Ακολουθούσαν τραγούδια του προξενιού και τις προκνές ώρες διαλυόταν. Ο
γαµβρός µόνο µετά από τρείς µέρες είχε το δικαίωµα να ρθη στο σπίτι της
νύφης. Ποτέ όµως δεν έµεναν µόνοι τους οι δύο νέοι. Στις συναντήσεις των ήταν
πάντα µπροστά και οι γονείς του κοριτσιού. Οι γονείς κανόνιζαν πότε θα
γινόντουσαν τα στέφανα.
1) Το κόψιµο της προίκας
Το βράδυ των αρραβώνων «έκοβαν και τα προικιά». Πόσες κάπες, µε
κεντητά, µάλλινα εγχώρια, γελέκια µε κόκκινα σιρίτια, µάλλινα φουστάνια,
στόφες, πουκάµισα,, κάλτσες, ποδιές, µαξιλάρια θα' δίνε η νύφη. Επίσης
συζητούσαν και τα δα>ρα που θα' κάνε στους συγγενείς του γαµπρού. Στο
κόψιµο της προίκας γινόταν πραγµατική µάχη, µε την απειλή να χαλάσει το
προξενιό αν δεν συµφωνούσαν. Γι' αυτό αργότερα τα αρραβωνιάσµατα άρχιζαν
πάντα από το κόψιµο της προίκας. Μετά τη συµφωνία (γιά σκουτιά «ρούχα» και
όχι για λίρες) ο πατέρας της νύφης δεχόταν το κέρασµα του γαµβρού που ήταν
µια λίρα χρυσή.
Οταν ο γαµβρός επισκεπτόταν τη νύφη η πεθερά του έκανε «λαγγίτες»
τηγανίτες. Συναγωνιζόνταν µάλιστα ποια πεθερά θα' κάνε τις καλύτερες
«λαγγίτες».
2) Τα τραγούδια των αρραβώνων
Στα τραγούδια των αρραβώνων διαφαίνεται ένας καθάριος και άφθονος
λυρισµός συνοδευόµενος από µιά λεπτή φυσιολατρεία και έναν άδολο
συµβολισµό.
1.
Ξύπνα περδικοµάνα µου· ν' ήρθα στη γειτονιά σου.
Χρυσή κορδέλα σου 'φερα να πλέξεις τα µαλλιά σου.
Ηψές προψές απέρασα από το µαχαλά σου
κι άκουσα που σε µάλωνε η δόλια η µαµά σου.
Αν σου µαλών 'για φαν για πχί (πιοτί) πέσ' µου να τα πληρώσω.
Κι αν σου µαλών' από 'ρχοµαι πες µου να µη ξανάρθω.
Ρίξη νερό στη πόρτα σου να διάβω να λυστρήσω.
Να βρω αφορµή στη µάννα σου, να ρθω να σου φιλήσω.
2.
Κάτω στα δασιά πλατάνια στις κρυόβρυσες
κάθονταν δυο παλληκάργια και µιά λυγερή
κάθοντα και τρων' και πίναν και την 'ξέταζαν.
-Κόρηµ' τίσαι τέτια µαύρη τέτοια µελανή
Μήναν ίσκιος σε πατάη - µήναν φάντασµα
ούτε ίσκιος µε πατάει µήτε φάντασµα.
Με πατούσε ο Γιαννάκης το Χατζόπουλο.
3.
Ανάθεµα ποιος ζήλεψε αµπέλια και χωράφια.
∆εν ζήλευε µια λυγερή ξανθή και µαυροµάτα
που έχει τα χείλη κόκκινο το µάγουλο βαµµένο
το φρύδι της τσιγγιλωτό το µάτι γαριδένιο
να την ζηλέψουν τα παιδιά να την κοιτούν οι νέοι.

4.
-Που' σαν περιστερούλα µου τόσο καιρό χαµένη;
-Στους κάµπους 'µουν πο' βοσκά στα πλάγια κελαηδούσα.
Και τώρα το φθινόπωρο κοντά στο Αη ∆ηµήτρη
βγήκα να µάσω κάστανα µε τ' άλλα τα κορίτσια
κι ο Γιάννος µας αγνάτευε από ψηλή ραχούλα.
-Κορίτσια µαυροµάτικα ελάτε παρακάτω
έχω δυό λόγια να σας πω και δυό να σας ρωτήσω.
Μην ήρθαν κλέφτες στο βουνό µην ήρθαν Αρβανίτες.
-Εµείς Γιάννοµ δεν ξέρουµε δεν έχουµε χαµπέρι.
5.
Εψές περδίκαν έπιασα και σήµερα τρυγόνα
πάησα (πήγα) και τη µαγείρεψα σ' αρχοντικό τραπέζι
και κάλεσα τις όµορφες να ρθούν να τις φιλέψω.
Όλες πηγαίνουν κ' έρχονται όλες µε την αράδα
Να µιά ψηλή και µιά λυχνή δεν φάνηκε να γ' έρθη
και µούπαν πως αρρώστησε
6.
Ο νιος από τα Γιάννινα η κόρη απ' την πόλη
Σαν πάησαν και ανταµώθηκαν σε ξένο περιβόλι
-Ξένεµ και σαν πεινάσουµε το τί ψωµί θα φάµε;
-Τα χείλη σου τα χείλη µου αυτό ψωµί θα φάµε.
-Ξένεµ και σαν διψάσουµε το τί νερό θα πιούµε;
-Το δάκρυ σου το δάκρυ µου αυτό νερό θα πιούµε.
-Ξένεµ και σαν κρυώσουµε µε τί θα σκεπαστούµε
-Την κάπα σου την κάπα µου µ' αυτή θα σκεπαστούµε.
7.
Βασιλικός µε µύρισε κοιτάτε ποιος διαβαίνει.
Η αγάπη µου εδιάβανε στην εκκλησιά πηγαίνει
-Κόρηµ σαν πας στην εκκλησία προσκυνά και για µένα
να σχωρεθούν τα κρίµατα πούχουµε καµωµένα.
8.
Πέντε χρόνους περπατούσα τη στεργιά στεργιά
κι' άλλους πέντε µον' γυρνούσα το γυαλό - γυαλό.
Για να βρω καλή γυναίκα να την παντρευτώ
Γιέµ σαν πάησα και την γ' ηύρα µεσ' τον γιούλ παχτσέ
ρίχνω µάλαµ ρίχνω ασήµι χαµογέλασε
9.
Ηψές πως δεν κοιµήθηκα και σήµερα νυστάζω
Για δυό µατάκια παρδαλά για δύο φρύδια γραµµένα
θελ' να τα κλέψω µια βραδιά νύκτα µε το φεγγάρι.
Να τ' ανεβάσω σε βουνό ψηλά σε κορφοβούνι.
10.
Ηψές το βράδυ κοντά το δειλινό
Μας πέρασ' ένας νέος σαν τον αυγερινό.
Μάννα µου σαν τον είδα σιβυταλίστηκα
στη κάµαρα µου µπήκα και µέσα κλείστηκα.
Να τα φιλώ µεσάνυκτα να τα φιλώ το τάχυ
και όντας χαλάη η πέρδικα.
11.
Το µάθατε τί έγινε αυτήν την εβδοµάδα
χριστόδουλος αγάπησε κόρη οβραιοπούλα
οβραιοπούλα έλεγε οβραιοπούλα λέγει.
-Χριστόδουληµ καν' µ' αγαπάς κι' αν θέλεις να µου πάρης
Για κίνα κι' έλα µιά βραδιά ένα Σαββάτο βράδυ.
Να' χουν οι Οβραίοι τη γιορτή στη χάβρα µαζεµένοι
Χριστόδουλος δεν άκουσε πάησε την Πέµπτη το βράδυ
Σαν το σκυλί τον πιάσανε στα χέρια τον κρατούσαν.
Χίλιοι πηγαίνουν αµπροστά και δυό χιλιάδες πίσω.
Χριστόδουλος στη µέση πήαινε σα µήλο µαραµένο
η βραιοπούλα φώναζε ψηλά απ' το παραθύρι
-Σύρη - Σύρε Χριστόδολιµ σύρε και µη φοβάσαι
Χίλια φλουργιά έχω στο λαιµό και χίλια στο κεφάλι,
αν δεν µου φτάσουνε κι' αυτά πουλώ και ζουνάρι.
12.
Σε πριβόλι µπαίνω µεσ' τον γιούλ παχτσέ
και σάστισε ο νους µου από τις µυρουδιές.
Εδίψασ' η καρδούλαµ για µιά σταλιά νερό.
Πάω ο µαύρος στη βρύση να πιω κρυό νερό
Βρίσκω τη Βάγγιω πλένει πλένει και σιγοτραγουδεί.
Της τάχω κολωνάκια βενετικά φλουργιά.
∆εν θέλω κολωνάκια βενετικά φλουργιά.
Μον' θέλω παλληκάρι να 'ρθη στην αγκαλιά.
13.
Μάννα και γιος εµάλωνε για µιά Βουλγαροπούλα.
Μάννα µου ας την πάρουµε τη Βουλγαρούλα νύφη.
Εσύ σα γιε µου γραµµατικός βουργάρα δεν σου πρέπει.
Σαν πάησαν και την έφεραν εικόνα στολισµένη.
Η πεθερά µαέρευε κα αντραδερφή ζυµώνη
φτιάνουν το νόφχιο (φίδι) µε το ψαρ' (ψάρι)
Μπογάτσια µ' φαρµάκι.
Πάρε νύφη πο το ζωµί πάρε και πο το ψάρι.
14.
Αθανθηµά τις πόλεις που βγάζουν τις µποές
και βάφουν τα κορίτσια τις παρδαλές ποδγιές.
15.
Απόπαν 'που τη βλαχιά κάτι βαιν' ένας πασιάς
Γράφουν ντάφ φιρµάνια του να παντρεύονται οι γρηές
και να παίρνουν άπου δυό ένα γέρου και ένα νιό.
16.
Ψηλό µου Κυπαρίσσι λυγάη η κορφάδα σου
το πχοιός θα σου φιλήση την οµορφάδα σου.

∆. Ο ΓΑΜΟΣ
1) Τερζήδες (ραφτάδες)
∆έκα πέντε µέρες πριν γίνη ο γάµος καλούσαν στο σπίτι της νύφης τερζήδες
ραφτάδες ειδικούς για κάπες και γιλέκια. Τα έραβαν και τα κέντραγαν µε το
χέρι. Όσο πιό πλούσια ήταν η νύφη τόσο και πιό νωρίς ερχόταν οι τερζήδες.
Οι γονείς της νύφης πήγαιναν στα εµπορικά και συµπλήρωναν τα προικιά, τα
φουστάνια, τις ποδιές και τ' άλλα µάλλιναο. Τέτοιο εµπορικό ήταν τα χρόνια
κείνα στο χωριό Καλλονή. Πολλούς τερζήδες είχε η Ήπειρος.

2) Το κάλεσµα.
Από την πέµπτη παραµονή του γάµου αρχίζουν να ζυµώνουν τα κορίτσια
κουλούρες για να καλέσουν µ' αυτές τους συγγενείς. Τους άλλους χωριανούς
περνόντας από το σπίτι του καθένα χωριστά µε µιά τσότρα γεµάτη κρασί και
στολισµένη µε βασιλικό και τριαντάφυλλα. Έδιναν στο σπιτονοικοκύρη να πιη.
Ο σπιτονοικοκύρης έπινε έλεγε ευχές και ήταν καλεσµένος στο γάµο αυτός και η
οικογένεια του. Τον παπά και το νουνό τους καλούσαν µε µπουγάτσες
(καλοζυµιοµένα ψωµιά) τους στενούς συγγενείς µε «κουλούρες». Τον παπά τον
νουνό και τους στενούς συγγενείς από την Πέµπτη το απόγευµα. Τους
χωριανούς από το Σάββατο το πρωί.
Την Πέµπτη επίσης έβαζαν «ύκνα» (µια ουσία για να γυαλίζουν τα µαλλιά

3) Οι µπράτµοι ή βλάµηδες.
Μια βδοµάδα πριν το γάµο ο γαµπρός διαλέγει ανάµεσα στους φίλους δυό
τρία ή και περισσότερα άτοµα, ανάλογα τα οποία δουλειά θ' χουν να υπηρετούν
το γάµο να φροντίζουν για όλα. Να προσπαθούν να περάσουν όλοι καλά και να
γίνουν όλα τα έθιµα όπως πρέπει. Την Παρασκευή οι µπράτµοι η βλάµηδες
πηγαίνουν και βάζουν το «µπαριάκι» ή «φλάµπουρο» (σηµαία) στο σπίτι της
νύφης.
Το µπαράκι ή φλάµπουρο είναι ένα κόκκινο πανί πάνω σ ένα κοντάρι µε
σταυρό, από λουλούδια ή χόρτα και τρία µήλα καρφωµένα. Οι µπράτµοι το
στήνουν στη στέγη ενω ταυτόχρονα πέφτουν και µερικές τουφεκιές.
Το Σάββατο οι µπράτµοι περιµένουν τα όργανα στην άκρη του χωριού και τα
συνοδεύουν χορεύοντας στο σπίτι του γαµβρού.

4) Το Σαββατόβραδο
Το Σαββατόβραδο όλοι οι συγγενείς µαζεύονται στο σπιτι του γαµβρού της
νύφης ανάλογα. Πρώτα αρχίζουν να πίνουν κρασί µε σειρά όλα από την γεµάτη
και στολισµένη µε τριαντάφυλλα και βασιλικό τσότρα λέγοντας και ευχές. Όταν
µαζευτούν όλοι οι συγγενείς οι µπράτιµοι (βλάµηδες) µε το γαµβρό και τα
όργανα πηγαίνουν να φέρουν το νουνό. Το φέρνουν στο σπίτι του γαµβρού
λαλώντας τα όργανα και χορεύοντας. Μόλις φθάσουν στο σπίτι στρώνουν
τραπέζια χαµηλά και κάθονταν όλοι σε µαξιλάρια µάλλινα σταυροπόδι. Ο
γαµβρός δίνει το σύνθηµα για φαγοπότι. Το φαγοπότι το συνοδεύουν πάντα
αστεία και λογοπαίγνια. Μετά το φαγοπότι, λένε τρία τουλάχιστον τραγούδια
και καλούν τους οργανοπαίκτες «γύφτους» που όρθιοι λένε το «νουµπέτι» την
όλη διασκέδαση διευθύνουν οι «µπράτµοι και ο νουνός και φροντίζουν να µη
µείνει κανείς παραπονίµένος. Στη νύφη το ίδιο τραπέζι. Το Σαββατόβραδο πριν
αρχίση το γλέντι πηγαίνουν µε τα όργανα στη βρύση του χωριού να πάρουν νερό
να λούσουν τον γαµβρό. Τον γαµβρό τον λούζει η νουνά και τον ξυρίζει ο
νουνός.

5) Την Κυριακή.
Κυριακή πρωί πάλι τα όργανα φέρνουν τον νουνό σπίτι του γαµβρού. Οι
συγγενείς καταφθάνουν πάλι µε άλογα και µε µουλάρια στολισµένα µε κόκκινες
βελέντζε Με τραγούδια ετοιµάζουν και τ' άλογα που θα καβαλικέ11 η νύφη και ο
γαµβρός. Αφού ετοιµαστούνε ο γαµβρός : γαίνει πρώτα στην εκκλησία
ασπάζεται τις άγιες εικόλ Γυρίζει στο σπίτι και όλοι µαζί ξεκινούν για το σπίτι
νύφης., Μπροστά πάει το «µπαριάκι» ή «φλάµπουρο» ή «λάβαρο» που µε
ταξίµατα οι µπράτµοι έχουν πάρει. Μετά ο γαµβοός ο νουνός οι συγγενείς και
ακολουθούν οι άλλοι.

6) Στο σπίτι της νύφης


Φθάνουν µε τα ζώα όλα στο σπίτι της νύφης. Κάνουν «λεγόµενα να
«τσαλιµάκια» (επιδείξεις). Μπαίνουν µέσ' στην αυλή της νύφης και φωνάζουν
«κρασιά συµπεθέροι». Αρχίζει κει το κέρασµα και το γλέντι. Ακολουθεί το
πλέξιµο, το κτένισµα της νύφης από την νουνά που την έχει βαπτίση. Τον
καθρέπτη τον έχει φέρη ο γαµβρός. Ύστερα χορεύει πρώτα η νουνά µετά η νύφη
και άλλα κορίτσια συγγενικά της νύφης. Κατόπιν χορεύουν οι άλλοι καλεσµένοι.
Ο νουνός µε το γαµβρό και τον παπά πηγαίνουν στο δωµάτιο της νύφης και
αλλάζουν τα δακτυλίδια. Μετά το άλλαγµα µεσ' το δωµάτιο της νύφης οι τρεις
τους τρώνε, ένα ψάρι µεγάλο, παγοπό ή γιαούρτη και µπουγάτσα µε µέλι.

7) Το ξεκίνηµα για την εκκλησία.


Ετοιµάζονται. Ανεβαίνουν στα ζώα. Ανεβαίνει και η νύφη. Αφού πρώτα
χαιρετήση όλους τους συγγενείς. Στο ανέβασµα πατάει πάνω σε ένα «ταγάρ»
(ξύλινο δοχείο που χωρά δέκα οκάδες) το άλογο της νύφης είναι λευκό του
γαµβρού κόκκινο.
Πριν φύγει της δίνουν ένα ποτήρι κρασί, πίνει λίγο και το άλλο το χύνει πίσω
της. Το ίδιο κάνει και ο γαµβρός πριν φυγή από το σπίτι τους τη στιγµή που η
νύφη χύνει πίσω της το κρασί ο γαµβρός πετά κουφέτα µήλα πορτοκάλια και
άλλα. Τέλος ξεκινάνε για την εκκλησία µε τραγούδια.
Ποιο γρήγορα φεύγουν «οι σκαριάτες» του γαµβρού και ης νύφης. Ένας
καβαλάρης και ένας πεζός µε τις τσότρες πάντοτε γεµάτες κρασί. Αλλάζουν στο
δρόµο τις τσότρες και ξαναγυρίζουν για να συνεχίσουν µαζί µε τους άλλους.
Μόλις φθάσουν στην εκκλησία φέρνουν γύρω τρεις φορές και µποστά στην
είσοδο ο πεθερός κατεβάζει τη νύφη. Η νύφη πριν κατεβή χαιρετάει ένα
συγγενικό παιδάκι που νάχει µάνα και πατέρα και του δωρίζει ένα ζευγάρι
κάλτσες και ένα πορτοκάλι ή µήλο. Μετά όλοι µαζί µπαίνουν στο ναό και
αρχίζει το µυστήριο.

8) Στην πλατεία του χωριού.


Τελειώνοντας το µυστήριο µαζεύονται όλοι στην πλατεία του χωριού και
αρχίζουν το χορό. Πρώτοι χορεύουν οι βλάµηδες µε το µπαριάκι. Μετά αφού
στήσουν στη µέση το φλο µπουρο ο νουνός, η νουνά, οι νιόπαντροι, οι συγγενείς
κο όλοι οι παρευρισκόµενοι στην τελετή. Στο χορό κάνουν δύ| µεγάλους
οµόκεντρους κύκλους στο εσωτερικό χορεύουν γυναίκες στο εξωτερικό οι
άνδρες. Ο χορός διαρκεί πολλ: ώρες για να χορέψουν όλοι οι χωριανοί.
Μετά το χορό εκεί στην πλατεία η νύφη κάνει δώρα στον νουνό στη νουνά
και στους στενούς συγγενείς. Επακολουθούν χειροφιλήµατα και κεράσµατα.

9) Στο σπίτι του γαµβρού.


Ξεκινούν για το σπίτι του γαµβρού. Η πεθερά περιµέ\ στην πόρτα µ' ένα
καρβέλι ψωµί ένα πιάτο µε µέλι και µ| ντουλάπα µαλλί. Οι νιόπαντροι αφού
χαιρετήσουν παίρνουν µε το δάκτυλο τους µέλι και προσπαθούν ποιος θα
χαράξει τη γραµµή υψηλότερα στο πριβάζι της πόρτας. Ύστερα αφού
δρασκελίσουν το καρβέλι το µαλλί και το πιάτο µε το µέλι παίνουν µέσα και οι
δύο µαζί πατώντας στο δε^ πόδι. Ακολουθεί τραπέζι. Ο νουνός φέρνει ολόκληρο
αρνί, το τεµαχίζει και δίνει σ' όλους από ένα µεζέ. Μετά αρχίζει ο χορός και το
γλέντι συνεχίζεται ως το πρωί.

10) ∆ευτέρα πρωί.


Το πρωί µε τα όργανα πάνε τη νύφη στη βρύση του χωριού να πάρη νερό σ'
ένα ειδικό πήλινο ή τσίγγινο «λαένι» γυρίζουν και ο γάµος διαλύεται αφού
πρώτα ο γαµβρός η νύφη οι µπράτµοι και τα όργανα πάνε στο σπίτι του νουνού.
Εκεί διασκεδάζουν για λίγο πάλι. Μετά εύχονται στο νουνό «ψυχικό και µε το
λάδι» και φεύγουν για τα σπίτια τους.

11) Τα πιστρόφια.
Τη τρίτη µέρα µετά το γάµο πάνε οι νιόπαντροι στο σπίτι της νύφης µε
συντροφιά και άλλους συγγενείς. Τρώνε. ∆ιασκεδάζουν και τραγουδάνε.
Παίρνουν και διάφορα αντικείµενα έτσι για «γούστο». Αυτή η επιστροφή στο
σπίτι της νύφης λέγεται «πιστρόφια». ∆εν παραλείπει η µάνα της νύφης να
ρωτήση την κόρη της «πώς τα πέρασε µε το γαµβρό».
Μετά τα πιστρόφια αρχίζουν να φιλεύουν του νιόπαντρους τ' αδέλφια, οι
συγγενείς και οι µπράτµοι, δίνοντας στη νύφη και ένα αντικείµενο ή µιά κότα.
Την πρώτη Κυριακή µετά το γάµο ντυµένη πάλι το νυφικό πηγαίνει πρωί -πρωί
στην εκκλησιά µε την πρώτη καµπάνα και κάθεται µέχρι να σχολάση.
12) Τραγούδια.
Τα πιό γνωστά τραγούδια του γάµου γεµάτα λυρισµό και | αυτά είναι:
1· (Επιτραπέζιο)
Πέντε πλατάνια τα πένα αράδα – αράδα
και ένας µοναχός. Χαρά στον ίσκιο πο 'χει.
Στην καρδούλα του Σταυρόν µαλαµατένιο
Στα κλωνάρια του ντουφέκια. Κρεµασµένα
κι' στον ίσκιο του Ληβέντης ξαπλωµένος Στη ρίζα του ο Γρίβας του δεµένος.
Μόνο λιανοπατεί και ψιλοχλιµιτράει. Σήκω αφέντη µου και µη βαριά κοιµάσαι
δρόµον έχουµε και εν βαρύ ποτάµι.
2. (Επιτραπέζιο)
Ο ∆ίπλας κάνει τη χαρά, χαρά στον πρώτο γιο του
και κάλεσε τους φίλους του κι' όλους τους συγγενείς του.
Και κάλισε τα Γιάννινα και το µισό Ζαγόρι
Και κάλεσε την Κληφτουργιά όλους τους τσιλνικάδες
όλοι πηγαίνουν κέρασµα πρόβατα µε κουδούνια
ο ∆ίπλας πάηνε κέρασµα ελάφι στολισµένο.
3. (Επιτραπέζιο) (παραλλαγή ίσως του νεκρού αδελφού)
Μιά µάνα καλοµάνα πο τις καλές τις µάνες
απ' χητούς εννιά τους γιους και τις οκτώ τις νύφες
πόχη την ευδ' µοναχή θυγατέρα
την Εύδο µας την γύρισαν πολύ µακρά στα ξένα.
Όλα τα αδέλφια δεν την δίνει και ο Κωνσταντας την δίνει
Η µάνα του τον έλεγε και η µάνα του τον λέγει.
Κώσταν και σαν την δώσουµε πχοιός πάη να µας τη φέρει;
Εγώ την φέρνω µάννα µου επτά φορές τον χρόνο
πέντε φορές την Ανοιξη και τέσσερις το χειµώνα.
4. (Επιτραπέζιο)
Μέσα σε τούτο τον σοφρά σι τούτο το σουµπέτι
τρεις µαυροµάτες µας κερνούν και τρεις καλές κοπέλες
Η µια κερνά µε το γυαλί η άλλη µε την κούπα
κι ' η τρίτη η µικρότερη µε µαστραπά ασηµένιο.
5. (Επιτραπέζιο)
Πχοιός είναι αυτός που τραγουδεί τώρα το βράδυ βράδυ
που ξύπνησε τα εννιά χωριά τα δέκα βιλαέτια
που ξύπνησε µιά καλογρηά µέσα από το κελί της
που βάσταζε τα χέργια της χαρτί και καλαµάρι
το καλαµάρι έγραφε και το χαρτί µελούσε
Σταύρεµ σύρε στην εκκλησιά σύρε σε µοναστήρι
εγώ σταυρέµ παντρεύοµαι
θα πάρω αυτό που τραγουδεί τώρα το βράδυ βράδυ.
6. (Επιτραπέζιο)
Λάµπει ο ήλιος το ταχύ. Λάµπει το µεσηµέρι
Έτσι λάµπει και η ∆ιάκενα στη µέση απ' το παζάρι
κι' ο τούρκος την αγνάντεψε και θέλει να την πάρη
∆ιάκενα δεν παντρεύεσαι τούρκο άνδρα να πάρης
Κάλλιο το αίµα µου να δώσ' την γη να κοκκινίζει
παρά τη πίστη µου να 'δω τούρκος να µε φιλήσει
7. (Επιτραπέζιο)
Τρικαλινή µου πέρδικα και Λαρσινή τρυγόνα.
Σ' όλον τον κόσµο ήµερη σ' όλα τα παληκάρια
Σε µένα το παλλήκαρο σε µένα στέκεις άγρα
Ρίξε την αγροσύνη σου κι έλα κοντά µου, κάτσε
∆εν έρχοµαι λιβέντη µου σιµά σου για να κάτσω
Ταχιά θα βγης να παινεθής σ' όλα τα παληκάρια
εψές κοράσιο φίλησα στα µάτια και στα φρύδια.
8 (Επιτραπέζιο)
Ένας νιούτσικος και ένας καλός λεβέντης
µαύρον τάιζε και µαύρον τιµαρεύει.
Στα ψηλά βουνά στις κρύες βρύσες
τρώες µαύρε µου τα δροσερά χορτάρια
κι' αύριο το πρωί και αύριο το µεσηµέρι
δρόµον έχουµε και ένα βαρύ ποτάµι.
9 (Επιτραπέζιο)
Ο Ζήδρος κάνει τη χαρά στο πρώτο γιο του
και κάλεσε τους φίλους του και όλους τους συγγενείς του
Το Λάπα δεν εκάλεσε τον πρώτο ψυχογιό του
όλοι πηγαίνουν. Κέρασµα, κριάρια σουβλισµένα
κι' ο Λάπας πάη σε κέρασµα ελάφι στολισµένο
Καληµεριά σου Ζήδρο µου
καλώς τον ψυχογιό µου
Ζήδρο µ' που βάντσ' ξ' ακάθεστους
και που ξα καλσµένους.
Στην κόχη (γωνιά τιµητική θέση) βαξ ξ' ακάλεστους.
10. (Επιτραπέζιο)
Τριγύρω - γύρω άρχοντες στη µέση παληκάρια
Στη κόχη κάθεται ο νουνός
Τρώγουνε και πίνουνε και εύχονται στους κουµπάρου
Να ζήσουν να προκόψουν.
Να ζήσουν χρόνια εκατό και εξάµηνα διακόσια
11. (Επιτραπέζιο)
Τι χάλευες τι γύρευες κυρ-∆ηµητράνη στο έρηµο Γαρδίκι;
Πήγα να δώ τους φίλους µου, να δω τους συγγενείς µου,
είχα και µια σεβαστιακιά τρεις χρόνους σεβασµένη
πήγα κι ο µαύρος να τη δώ, να την καλορωτήσω.
12. (Το τραγουδούν οι τερζήδες)
Τι να κάµω η κακοµοίρα πώς να ζήσω µε τον ξένο.
Το προσκέφαλο έχει αγκάθια και στη µέση από το στρώµα
είναι µια χοντρή βελόνα.
13. (Χορευτικό)
Πέρδικα είχα στο κλουβί την είχα κλειδωµένη
την τάιζα την πότιζα µόσχον και καργιοφίλι.
κι' από το µόσχο το πολύ και από το καργιοφίλι
εσκανταλίσκει το κλουβί και φεύγει η πέρδικα.
Χίλιοι πεζά την κυνηγούν και χίλιοι καβαλαριά
και µάνα της από κοντά µε το κλουβί στα χέργια
Γύρνα περδίκαµ σπίτι µας γύρνα και στο κλουβί σου
Να σου ταΐζω ζάχαρη να σου ταΐσω, µέλι.
14. (Χορευτικό).
Μαράθηκαν τα κλαδιά Ρίνα Ρινούλα µου, µωρέ και πέσανε τα φύλλα
Για της Ρινούλας τον καηµό για της Ρίνας τα κάλη
πόχη αρραβαηας δώδεκα δαχλύδια δεκαπέντε
την προξενούν στα Γιάννινα την προξενούν στην Άρτα
Ρίνα δεν θέλ' στα Γιάννινα
χίλιοι πεζά την κυνηγούν και χίλιοι καβαλαριά
και µάνα της από κοντά µε το κλουβί στά χέρια.
Γύρνα περδίκαµ σπίτι µας γύρνα και οτό κλουβί σου
Να σου ταίζω ζάχαρη να σου, µέλι.
14. (Χορευτικό.)
Μαράθηκαν τα κλαδιά Ρίνα Ρινούλα µου, µωρέ και πέσανε τα φύλλα
Για της Ρινούλας τον καηµό για της Ρίνας τα κάλη
πόχη αραβώνις δώδεκα δαχλύδια δεκαπέντε
την προξενούν στα Γιάννινα την προξενούν στην Αρτα
Ρίνα δεν θέλ στα Γιάννινα Ρίνα δεν θέλ στην Αρτα
Ρίνα µου θέλει στην Πρέβιζα στον όµορφο τον τόπο
15. (Τραγουδιέται πρίν φύγη η νύφη για την εκκλησία)
Μέσα σε τούτην την αυλή πέρδικα στέκει και λαλεί
Ακούτε σείς αδέρφια µου και σείς πρώτα ξαδέρφια
την Κυριακήτσα το πρωί όλοι εδώ ναλάχιτι.
Κι όλοι τουφέκια να ρίξητε να µη µα δράξ, ο σταυραητός.
16. (Τραγουδιέται όταν φεύγει η νύφη για την εκκλησία)]
Όλοι µε διώχνουν κι' όλοι µου λένε φεύγα
κι η µάνα µου κι αυτή µου λέει να φύγω.
Αφήνω γεια τη µάνα µου κι όλους τους ιδικούς µου
Φάτε το ψωµί µου, πιέτε το κρασί µου, καθίστε στο θρονί µου.
17. (Τραγουδιέται όταν λούζεται ο γαµβρός).
Λούζεται το αρχοντόπουλο σ' ένα χρυσό λεγένι.
Η πάπια φέρνει το νερό και η χήνα το σαπούνι
και η αδερφή η γρήγορη φέρνει χρυσό µαντήλι.
18. (Τραγουδιέται και χορεύεται στην πλατεία).
Κόρηµ τι µάνα σ' έκανε κι' 'σαι άσπρη σαν το γάλα
Η µάναµ' ήταν Πέρδικα κι ο αφέντης µου σαΐνι
κι' εγώ ήµου περδικόπουλο στα πλαγία κελαηδούσα.
19. (Στην πλατεία)
Οσ' άστρα από τον ουρανό και φύλλα από τα δέντρα
τόσο φλωρακια ξώδιαψα κόρη µου γιά τα σένα.
∆εν το ξέρα λιβέντη µου ξοδιάζεις γιά τα µένα
να γίνω γης να µε πατάς γιοφύρι να περάσεις.
20. (Στην πλατεία)
Μιά κόρη που' δα σήµερα στον αργαλειό να φαίνη
είχε ασηµένιο αργαλειό και φιλτισένιο χτένι
και τη σαΐτα που' ρίχνε όλο µαργαριτάρι.
21. (Στην πλατεία)
Στο Σερβιότικο τον κάµπο περπατεί µια περιστέρα
µετάξια µε τα γαλάζια µε τον φερεντζέ στον ώµο.
Να' µουν κλέφτης να την κλέψω γελαντζής να τη γελάσω.
22. (Στην πλατεία).
Πέρα στις δίπλες το χορό να δώ την νύφη που έρχεται
το πώς την έχ η µάνα της.
Με τα µατάκια τσ χαµηλά µε τα χεράκια τσ' σταυρωτά.
24. (Στην πλατεία).
Κόρη Αρβανιτοπούλα τ' Αρβανίτη θυγατέρα
που την έχεις τόση ασπράδα και άλλη τόση κοκκινάδα.
25. (Τραγουδιέται όταν ξεκινά η νύφη γιά την εκκλησία)
Μάνα µου τα λουλούδια µου συχνά να τα ποτίζης
να τα ποτίζης µε νερό να µην τα µαραγγιάσης.
Αφήνω γεια στη µάννα µου και στο καλό πατέρα.
Αφήνω γεια τ' αδέρφια µου και αδέρφια και ξαδέρφια.
Σας αφήνω γεια.
Ε. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
«Για βρέχει σ' όλο το χωριό
για σ' όλο κάνει ξέρα».
Θάνατος αρχή και τέλος. Το τέλος της ζωής και η αρχή της αιωνιότητας. Η
ψυχή του ανθρώπου όπως πιστεύο ■ στο χωριό κινείται γύρω στ' αγαπηµένα
αντικείµενα η πράγµατα και φανερώνεται στ' αγαπηµένα πρόσωπα. ' ν παύει
κάθε άνθρωπος να πιστεύη πως οι ψυχές έρχον ι κάθε βράδυ ως τις σαράντα και
πως χαίρονται την ζωή του χωριού την Πεντηκοστή. Καθένας παρακαλεί το Θεό
να µη στείλη την ψυχή του νεκρού στην κόλαση. Τους νεκρού» πάντα τους
φροντίζουν οι ζωντανοί «θα πάω στην εκκλησιά ν' ανάψω ένα κηρί στα
πεθαµένα µου». Αυτές τις φροντίδες των ζωντανών στους νεκρούς συγγενείς
τους από το ξεψύχισµα ως το ξεχωµάτισµα θα περιγράψω παρακάτω.
1. ΠΡΟΜΥΝΗΜΑΤΑ.
Από το όνειρο πολλές φορές προµαντέυουν οι άνθρωπο του χο)ριού το τέλος
ενός αρρώστου. Κακό είναι να δής όργανα στον ύπνο σου. Στο σπίτι που
παίζουν όργανα παραµονεύει και ο χάροντας. ∆εν είναι καλό να δεις να
σταθµεύουν στην πόρτα του σπιτιού σου άµαξες ή αυτοκίνητα. Κακό είναι να
βλέπεις πως χορεύεις πως γίνεσαι γαµβρός ή νύφη πως βουλιάζεις σε θολό νερό
πως σου βγάζουν τα δόντια (όταν στο βγάλσιµο πονά πολύ στενός συγγενής θα
πεθάνει και θα λυπηθείς πολύ αν λίγο µακρυνός συγγενής.) Υπάρχουν και
σηµάδια που προµηνύουν τον θάνατο. Το ούρλιασµα.. Το κράξιµο του κόρακα.
Το λάληµα της κότας.
2. Τι θέλει ο µελλοθάνατος.
Συνήθως πριν πεθάνει ο άρρωστος ζητάει συγχώρεση από εχθρούς και
φίλους. Ζητάει να διόρθωση µια αδίκη µοιρασιά και δίνη τις συνηθισµένες ευχές
στα παιδιά του. Η κατάρα των παραπονεµένων γονειών είναι πολύ σπάνια «Να
µην προκόψ' ότ' µου' κάνε να το τραβήξ». Είναι βαρύ πράµα η κατάρα γι' αυτό
προσπαθούν να την αποφύγουν «τον τάδε τον καταράστηκαν οι γονείς του γι'
αυτό δεν έκανε προκοπή. Τα παιδιά δίνουν συγχώρεση στον ετοιµοθάνατο. Όταν
φθάσει στις τελευταίες στιγµές ειδοποιείται ο παπάς να τον µεταλάβη. Ο παπάς
µ' ένα παιδί του σχολείου που κρατάει φανάρι αναµµένο, πηγαίνει αµίλητος στον
ετοιµοθάντατο. Στο αντίκρισµα όλοι λοξοδροµούν. Όταν συµβεί να µη
προλάβουν να τον κοινωνήσουν τότε πιστεύουν πως θα τον κοινωνήσουν, οι
άγγελοι. Όταν ο άρρωστος γυρίζει προς τον θάνατο οι σπιτικοί τον
συντροφεύουν όλη την νύκτα, τον ξενυχτούν όχι µόνον αυτοί αλλά και όλοι οι
άλλοι συγγενείς. Στο ξεψύχισµα χρειάζεται ν' ανάψουν λαµπάδα και δεν
επιτρέπονται φωνές και κλάµατα «Μή φωνάζετε να µη γυρίσ' η ψυχή πίσω»
«κίνησε στράτα του Θεού».
Στο χωρίο πιστεύεται πως όταν ξεψυχάει ο άρρωστος βλέπει το χάρο και τις
ψυχές των νεκρών συγγενών. Στο ξεψύχισµα ο ετοιµοθάνατος πρέπει να βλέπει
προς την Ανατολή. ∆ίπλα του τοποθετείται µια εικόνα από το εικονοστάσι. Όταν
αργεί να ξεψυχήσει πιστεύουν πως οι αµαρτίες του τον κάνουν να παιδεύεται.
Στην περίπτωση που αργεί να βγει η ψυχή του ο παπάς διαβάζει ελευθεροχάρτι.
Επάνω τοποθετούν ένα ρούχο για να µη βρεθεί γυµνός στον άλλο κόσµο και στις
τσέπες του βάζουν λεφτά για ναύλα και για τα τυχόν απλήρωτα βερεσέδια του.
3. Ο Νεκρός.
Μόλις ξεψυχήσει αρχίζουν οι φροντίδες του νεκρού. Θ' αλλάξουν το νεκρό µε
τα γιορτινά του καλά ρούχα και θα ου δέσουν τα χέρια τα πόδια και τα σαγόνια
όσο είναι ζεστός. θα βάλουν θυµίαµα στο στόµα στην µύτη και στ' αυτιά. Επάνω
σε µιά βελέντζα που θα στρώσουν ένα σινδόνι βάζουν τον νεκρό. Με το σάβανο
όσο είναι νύκτα σκεπάζουν τον νεκρό. Την µέρα τον ξεσκεπάζουν για να τον
µοιρολογούν. Μετά το άλλαγµα πλένουν το πρόσωπο του νεκρού µε λίγο
βαµβάκι βρεγµένο στο κρασί. Ο στολισµός εϋ ναι ανάλογος της ηλικίας. Στους
ανύπαντρους ο νουνός θα φέρει στεφάνι. Πολύ πρωί εφ' όσον ο νεκρός
ξεψυχήσει το βράδυ θα κτυπήσει η καµπάνα πένθιµα για να αναγγείλει το
θάνατο. Στο άκουσµα της θα φτάσουν οι συγγενείς και πιο µπροστά όλες οι
χαροκαµένες για να µοιρολογήσουν το νεκρό και να παρηγορήσουν τους
σπιτικούς. Τον νεκρό το τοποθετούν σε επίσηµο ευρύχωρο δωµάτιο στη µέση
και γύρω - γύρω µαζεύονται οι µοιρολογίστρες γυναίκες µε τη σειρά. Οι πιό
συγγενείς µένουν κοντά στο κεφάλι του νεκρού. Σαν φτάσουν εδώ τα πράγµατα
χρειάζεται πέτρινη καρδιά για να µείνεις ασυγκίνητος. Γιατί αρχίζουν οι κραυγές
και το µοιρολόγι δεν έχει τέλος. Όλες οι χαροκαµένες Γ φέρουν λουλούδια,
βασιλικό, µήλα, καρύδια τα τοποθετούν πάνω στον νεκρό τα πάει χαιρετίσµατα
στους δικούς των.
4. Το µοιρολόγι
Όταν µοιρολογούν οι γυναίκες η φωνή τους είναι λυπητερή. Ώρες-ώρες
ξεσπούν σε αναστεναγµούς που σε πληγώνουν µέσ' στην καρδιά. Φωνάζουν το
όνοµα του νεκρού χωρίς τον τόνο αυτό το µοιρολόγι θάταν ένα εύθυµο τραγούδι
Πάντως στα µοιρολόγια διαφαίνεται ο συναισθηµατισµός, η ευαισθησία και η
ψυχολογία του ανθρώπου του χωριού.

5. Η εκφορά του νεκρού.


Πλησίασε η ώρα να σηκώσουν τον νεκρό. Το «κουτί» το νεκρού όπως λέγουν
το φέρετρο είναι έτοιµο. Ο παπάς ειδοποιήθηκε προσκαλώντας όσους θέλουν να
ξεπροβοδίσουν τον νεκρό στην τελευταία κατοικία. Μέσα οι κλαυθµοί και τα
µοιρολόγια σου σπαράζουν την καρδιά. Έρχεται ο παπάς. Σταµατούν. Λέει την
ευχή µετά την ευχή ακούγονται θρήνοι και ο νεκρός σηκώνεται, φεύγει για
πάντα από το σπίτι. Στη θέση του νεκρού σπάζουν µια κεραµίδα µ' ένα καρφί
«καρφώνουν µ' αυτό το χάρο». Τέσσερις άνδρες πιάνουν τα άκρα της βελέντζας
που «ήταν τοποθετηµένος ο νεκρός» Στην αυλή θα τον τοποθετήσουν στο
φέρετρο που πρόχειρα γίνεται τη µέρα εκείνη από σανίδες. Στο µεταξύ
σχηµατίζεται η νεκρική ποµπή. Μπροστά πηγαίνουν τρία αγόρια φορεµένα µε τα
ιερά της εκκλησίας ενδύµατα κρατούν τα εξαπτέρυγα πάνω στα οποία κρεµούν
κάλτσες ή τσουράπια. Ακολουθεί ο Σταυρός του νεκρού. Ο παπάς ο νεκρός.
Μετά τον νεκρό οι άνδρες και πιό πίσω οι γυναίκες. Φθάνουν στην εκκλησία,
γίνεται στο κοιµητήρι στην θέση «Άγιος Κοσµάς» και «Ασπρόχωµα» γίνεται
στάση και ο παπάς διαβάζει ευχή ανάπαυσης.

6. Η Ταφή.
Το άνοιγµα του τάφου γίνεται από ένα φτωχό του χωριού. Αν δεν βρεθεί
τέτοιος τον σκάβουν οι συγγενείς του νεκρού. Η κατασκευή του τάφου είναι
πρόχειρη. Είναι ένας λάκκος µέσα στο χώµα. Εδώ θα τοποθετήσουν τον νεκρό
αφού του λύσουν τα χέρια και τα πόδια. Επίσης ξεκουµπώνουν και σχίζουν το
σάβανο σε σχήµα Σταυρού και τον σκεπάζουν Ύστερα ο παπάς µε µια κούπα
ρίχνει λάδι και κρασί- στο λείψανο. Την άδεια κούπα ρίχνει στον τάφο. Πρώτα
θα ρίξει χώµα στον τάφο ο παπάς και µετά όλοι όσοι βρίσκονται εκεί. Αφού
σκεπάσουν τον τάφο µε χώµα πάνω στο κε<Ράλι µπήγουν έναν ξύλινο Σταυρό.
Στην εξώθυρα του νεκροταφείου δύο γυναίκες µοιράζουν µικρά κοµµατάκια
ψωµιού και βρασµένο σιτάρι βρασµένο για να συγχωρέσουν τον νεκρό. Οι
νοικοκυρές µετά την ταφή θα πάν στην βρύση για φρέσκο νέρο, γιατί στο παλιό
πιστεύουν ότι "έφτυσε" ο πεθαµένος.

7. Μετά την ταφή.


Μετά την ταφή πρέπει όλοι να επιστρέψουν στο σπίτι του νεκρού.
Μπαίνοντας στην αυλή του σπιτιού µια γυναίκα ρίχνει νερό σ' όλους να πλύνουν
τα χέρια τους. Το νερό; πέφτει πάνω σε µια κεραµίδα µε φωτιά και θυµίαµα.
Όλοι θα µπουν στο δωµάτιο που ήταν ο νεκρός και θα περιµένουν τον παπά να
διαβάσει ευχές για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού.
Για το σκοπό αυτό πάνω στο τραπέζι θα τοποθετήσου ένα καρβέλι ψωµί ένα
πιάτο µε φαγητό, ένα µε ελιές, ένα σιτάρι βρασµένο και ένα ποτήρι κρασί.
Προσέχουν πάντα τα τοποθετηµένα στο τραπέζι να' ναι τρία ή πέντε. Στο πιάτο
µε το σιτάρι βάζουν τρία κεριά αναµµένα. Μετά την ευχή θα περάσουν το
αναµµένο κερί ανάµεσα από τα δύο δάκτυλα.
Στο τέλος ετοιµάζουν τραπέζια µε φαγητά. Την ίδια µέρα έχουν ζυµώσει τρία
ψωµιά της µακαριάς κάνουν και τρία µεγάλα ταψιά ψωµί που θα το κάνουν σε
µικρά κοµµάτια. Το πρώτο από τα τρία ψωµιά που έχουν ζυµώσει θα το σπάσει
αυτή που το ζύµωσε πάνω στο νεκρό και θα το µοιράσει στις µοιρολογίστρες. Το
δεύτερο µοιράζεται στην κηδεία και το τρίτο κρατείται για τις τρεις που γίνεται
το µνηµόσυνο.
Στο τραπέζι εξετάζουν και πάλι το φαγητό που θα προσφέρουν να είναι τρία.
∆ύο είδη φαγητά και ελιές συνήθως. Ακόµη και σήµερα για την µακαρία
σφάζουν τα καλύτερα σφαχτά. Μέχρι τις σαράντα όλοι συγγενείς και γνωστοί µε
την σειρά πηγαίνουν το βράδυ στους πενθούντες έτοιµα φαγητά και αυτοί
προσέχουν να είναι τρία τα φαγητά που έχουν ετοιµάσει.
8. Τα µνηµόσυνα.
Μεγάλη σηµασία γιά τη µνήµη του νεκρού έχει το µνηµόσυνο.
α) Στις τρεις: Το πρώτο µνηµόσυνο θα γίνει στις τρεις. Τη µέρα αυτή οι
συγγενείς επισκέπτονται το µνήµα του νεκρού φέρνουν µαζί τους µία πίτα,
στάρι, ψωµιά, άνθη, κηριά και θυµίαµα. Οι συγγενείς ετοιµάζουν διάφορα
γλυκά, (µελαχροινό, σαραγλί,) και λουκούµια. Εδώ θα µοιρολογήσουν πάλι το
νεκρό.
β) Στις εννιά: Γίνεται µνηµόσυνο στην Εκκλησία. Μετά την λειτουργία
µοιράζουν στάρι βρασµένο γλυκίσµατα, ποτά (ούζο, ρακί) ακόµη και φρούτα
της εποχής καρπούζια, πεπόνια κ.τ.λ.
γ) Στις είκοσι: Θα πάνε στην εκκλησία µια λειτουργία και ένα πιάτο σιτάρι
βρασµένο.
δ) Στις σαράντα: γίνεται το ίδιο ότι και στίς εννιά.
ε) Του εξαµήνου,
στ) Του χρόνου
ζ) Στα τρία χρόνια.
Στο χωριό πιστεύουν στις σαράντα πρώτες µέρες η ψυχή του νεκρού γυρίζει
µε τον άγγελο όλα τα µέρη που επισκέφθηκε νεκρός, όταν ζούσε. Όπου έκανε
καλά η ψυχή του χαίρεται, οπού κακό λυπάται.
9. Το πένθος.
Το πένθος στο χωριό φανερώνεται µε πολλούς τρόπους. Το κλάµα µαλακώνει
τον πόνο. Οι γυναίκες φορούν µαύρα ρούχα και µαύρα µαντήλια. Οι άνδρες δεν
κουρεύονται και δεν ξυρίζονται ως τις σαράντα. ∆εν κάνουν ούτε δέχονται
επισκέψεις. Σε τυχόν επισκέψεις προσφέρουν αντί γλυκό κονιάκ ή καφέ.
Αποφεύγουν τις διασκεδάσεις. Η νέα πενθούσα σύζυγος πηγαίνει στην εκκλησία
περισσότερο από ένα χρόνο. ∆εν χορεύει και δεν διασκεδάζει σ' όλην της την
ζωή. Πιο παλιά οι πενθούσες δεν καθάριζαν ούτε ασβέστωναν τα σπίτια τους.
Τις χρονιάρες µέρες τα Χριστούγεννα και το νέο έτος µοίραζαν για τους
αχρόνιστους νεκρούς στην εκκλησία γλυκά και πίτες και το Πάσχα αυγά
κόκκινα.

10. Το ξεχωµάτιασµα.
Μετά από τρία ή πέντε χρόνια γίνεται το ξεχωµάτισµα του νεκρού. Οι
συγγενείς θα επισκεφθούν το µνήµα του νεκρού ηµέρα Κυριακή µετά την Θεία
Λειτουργία. Φέρνουν πίτα, γλυκά, και ψωµί. Μια ειδική φτωχή γυναίκα σκάβει
το µνήµα, ενώ οι άλλες µοιρολογούν. Αφού ξεθάψουν τα οστά του νεκρού
συγκεντρώνουν σε ειδικό κουτί και τα τοποθετούν στο ίδιο µέρος. Γίνεται ή
διανοµή της πίτας κ.λ.π. για να συγχωρέσουν την ψυχή του. Μετά την διανοµή ο
παπάς θα ρίξει τρισάγια. Πιστεύει πως όταν ο νεκρός βρεθεί αχάλαστος έχει
αµαρτίες.
Τότε ξαναθάπτουν πάλι τα οστά και παρακαλούν το ∆εσπότη να διαβάσει
συγχωρετική ευχή.
Μετά το ξεσταύρωµα ή ξεχωµάτισµα θα γίνει και µνηµόσυνο και τελειώνουν
έτσι οι φροντίδες των γυναικίόν για τους νεκρούς, που έχουν αρχίσει ίσως µια
άλλη ζωή ιδεατή.

11. Τα µοιρολόγια.
Τα µοιρολόγια είναι απλά γεµάτα λυρισµό πόνο και υπερβολή. Σ' αυτά
πονεµένα τραγουδιέται η ζωή, τα χαρίσµατα και οι δυνάµεις αυτού που τώρα
βρίσκεται νεκρόζ· καθώς και η συµφορά που βρήκε τους δικούς του.
Παρακάτω παραθέτω µερικά µοιρολόγια.
1.
Τι στέκεστε γειτόνισσες και δεν µοιρολογάτε.
Όλες καµούδια έχητε κι όλες καρδιά καµένη.
Πχιά χασέ µικρό παιδί χασέ το γλέντηµα της
πχιά χασέ τρανό παιδί χάσε το ψωµί της.
Πχιά χασέ τον άνδρα της χάσε και την τιµή της.
2.
Κόρην και τι στολίζεσαι κι έβαλες τα καλά σου.
Μηνάν σε γάµο κάλεσαν µηνάν σε πανηγύρι.
Ουδέ σε γάµο µε κάλησαν ουδέ σε πανηγύρι.
Με κάλεσε ο Χάροντας να πάω να µου φιλέψη
το πως να πάω ντρέποµαι και µοναχή φοβούµαι.
3.
Γεφύρι είχα στην θάλασσα και σκάλα µέσ' τον Άδη.
Ανέβηκα κατέβηκα το Χάρο χαιρετούσα.
∆είξε µας Χαρεµ δείξε µας το πότε θα πεθάνω.
∆εν σου το δείχνω κόρη µου µαραίνεται η καρδιά σου.
Αν έχεις ρούχα φόρα τα φλουριά µην τα λυπάσαι.
Αν έχεις και µονόγροσα δώστα για την ψυχή σου.
4.
Φίλοι µ’ καλώς ορίσατε φίλοι και συγγενείς µου.
Για φάτε πχιέτε φίλοι µου χαρήτε να χαρούµε
τούτον τον χρόνο τον καλό τον άλλο πχοιος το ξέρει.
Για ζούµε για πεθαίνουµε για σ' άλλο τόπο πάµε.
Για σ' άλλο µαύρο σύνορο.

5.
Τρία πουλάκια κάθονταν στην ράχ' της Ραχωβίτσας
το' να κοιτάει' κά το Μουργγιά τ' άλλο κατά το Σµόλκα.
Το τρίτο το καλύτερο µοιρολογά και λέγει.
Εσείς πεύκα του Σµόλικα οξιές της Λυπινίτσας
φέτος να µην ανθήσετε αυτό το καλοκαίρι
γιατί µας πήραν τη µικρή Αγγελικούλα.

ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ
Πιο κάτω θ' ασχοληθώ µε το πως γιορτάζονται στο χωριό οι µεγάλες γιορτές.
Μια βδοµάδα πριν από τα Χριστούγεννα αρχίζουν οι σφαχτηδες να σφάζουν τα
γουρούνια. Οι σφαχτάδες τρο')νε νηστίσιµα και παίρνουν το µερτικό τους τα
Χριστούγεννα σε κρέας. Παραµονή Χριστουγέννων λένε τα κάλαντα. Νέοι µέχρι
17 ετών ετοιµάζονται να πάνε στις δώδεκα τα µεσάνυχτα στα κάλαντα.
Συγκεντρώνονται στην πλατεία µε µια µεγάλη φωτιά και φωνάζουν κάλαντα,
κάλαντα κτυπώντας συνέχεια και την καµπάνα. Από πριν έχουν εφοδιαστεί µε
ράβδους που µπροστά έχουν εξογκώµατα σαν γροθιά και λέγονται
«τσοπανίκες». Ξεκινώντας τα κόλιντα στις δώδεκα τα µεσάνυχτα. Αρχίζουν από
το σπίτι του παπά. Τους µοιράζουν κουλούρες Τους ρίχνουν στο ντροβά
κάστανα και καρύδια. Μερικές φορές αρπάζουν από τους σπιτονοικοκυραίους
και κανένα λουκάνικο. Οι κυράδες τους λένε κάτσε να κάτσουν και οι κλώσσες.

1. Τα κάλαντα
Τα κάλαντα που τραγουδάνε είναι:
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του Κόσµου
Χριστός γεννάται σήµερα εν Βηθλεέµ τη πόλει.
Γεννιέται και ανατρέφεται στο µέλι και στο γάλα
το µέλι τρών' οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες.
Αν στο σπίτι υπάρχει και καµιά όµορφη κόρη συµπληρωµατικά λένε και το
παρακάτω τραγούδι.
Μέσα σε τούτο το σπίτι σε τούτο τ' αρχοντικό
είναι µια κόρη όµορφη και µια γλυκοφρυδούσα.
Η µάννα της την έλουζε και την κρυφοµιλούσε
κόρη σ' αρραβωνιάσαµε στο πρώτο παλικάρι
εγώ µάναµ δεν παντρεύοµαι δεν παίρνω τέτοιο άνδρα.
Ανάλογα σε µερικά σπίτια λένε και διάφορα σκωπτικά τραγούδια µε σκοπό να
πειράξουν τον αφέντη του σπιτιού.
Αφέντη µου στη κάπα σου σαράντα τσβάλια ψείρες.

2. Τα Χριστούγεννα το βράδυ.
Το βράδυ τα Χριστούγεννα νύκτα κτυπά η καµπάνα για ν' αναγγείλει το
σωτήριο µήνυµα. Όλοι τότε µε τα φαναράκια και τις τσοπανίκες ή κλούτσες
πηγαίνουµε στην εκκλησία. Ακούµε τη θεία λειτουργία και επιστρέφοντας το
ρίχνουµε στην διασκέδαση. Τις Χριστουγεννιάτικες µέρες τις περνούµε µε
διασκεδάσεις και γλέντια τρικούβερτα, µιας και δεν έχουµε καµιά δουλειά τότε.
Το χωριό µας φηµίζεται σαν το πιο γλεντζέδικο.
Με χιόνι ως το γόνα πολλές φορές πηγαίναµε να φέρουµε οργανοπαίχτες
βιολετζή ή άλλον από τα γύρω χωριά. Μια φορά µάλιστα για να εξαναγκάσουµε
κάποιον να έρθει του κλέψαµε τις γαλότσες (λαστιχένιες µπότες). Οι
σουβληµάδες τις µέρες αυτές και το κρασί το ντόπιο, το δικός µας οινουν και
παίρνουν. Τους σουβληµάδες τους κάνουµε ως εξής:
Κόβουµε µικρά κοµµάτια το χοιρινό κρέας. Το αλατίζουµε του βάζουµε
πιπέρι ρίγανι και περνούµε τα κοµµάτια σε Κερένια ή ξύλινη σούβλα. Κάνουµε
κατόπι θρακιά από ξύλα βαλανιδιάς. Βάζουµε την σούβλα στα τουµπούλια
(πήλινα φτιαγµένα από κοκκινόχωµα για να σταµατούν πάνω οι σούβλες και να
γυρίζουν).Γυρίζουµε τις σούβλες µέχρι να ροδοκοκκινίσει το σουβλη µας.. Τον
βγάζουµε. Μετά το ρίχνουµε στο πιοτό και στο γλέντι..
3. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια
Και τα Χριστούγεννα έχουν τα δικά τους όλο λυρισµό και συµβολισµό
τραγούδια.
1.
Παίρνω το τουφεκάκι µου µ' έβρεχε µε χιόνιζε.
Αϊ ντε και πάω να κυνηγήσω και ας βρέχη και ας χιονίζει.
Βρίσκω λαγό ληµέριαζε µ' έβρεχε µε χιόνιζε.
Αϊ ντε πέρδικα να φουλιάζει κι ας βρέχει και ας χιονίζει.
Ρίχνω σκοτώνω το λαγό µ' έβρεχε µε χιόνιζε.
Αϊ ντε λαβών την πέρδικα κι ας βρέχη κι ας χιονίζει.
2.
Αυτά τα µάτια ∆ήµουµ τα' µορφα τα παρδαλογραµµένα
αυτά σε κάνουν ∆ήµοµ κι αρρωστάς σε κάνουν και πεθαίνεις
για πάρε ∆ήµοµ το τουφέκι σου σήρε να κυνηγήσεις.
Γεια σ' αγάπηµ γειασ' (επαναλαµβάνεται).
Αν βρείς ∆ηµοµ' λάφια σκότωστα λαγόν κυνήγησε τον
κι αν βρείς ∆ήµοµ την αγάπη µου ρίξε και σκότωσε την
και µάσε ∆ήµοµ και το γ' αίµα της σε µάλλινο µαντίλι
και σύρτο ∆ήµοµ σε εννιά χωριά σε δέκα βιλαέτια.
3.
Κάτω στα εξ αλώνια και στά µάρµαρα
παίζουν παλληαράκια παίζουν χαίρονται
και ρίχνουν τα σπαθάκια τον ανήφορο
και γυρίζει ένα σπαθί και ένα γυµνό σπαθί
και λάβωσεν το Γιάννη τον αρµατωλό
Τούρκοι τον τριφυρίζουν και Ρωµιοί τον κλαιν
Γιάννη µου να' χες γυναίκα να' ρθει να σε δεί.
Νά και η µάνα πο' ρχεται να και η αδερφή.
Να και η καλή γυναίκα κι ήρθε να µε δεί.
4.
Μ' αυτό το τραγούδι εξυµνούσαν τις δασωµένες και στοιχειωµένες
κορυφογραµµές της Πίνδου. Η Πίνδος κατά την µυθολογία ήταν ο µικρότερος
γιος του Μακεδόνα γιου του ∆ία. Σε πολλές µεριές στην Πίνδο λένε οι παποι
(γέροντες) πως υπάρχουν στοιχειά.
Στης Σαµαρίνας τα βουνά στης Εροιβιάς τους τόπους
εκεί που πέντε δεν πατούν και δέκα δεν διαβαίνουν
εγώ µονάχος πέρασα πεζός και αρµατωµένος
µε τιριµίδες (φλουριά) στό σπαθί και φούντες στο ντουφέκι
εξήντα δράκους σκότωσα κι εξήντα έχω λαβώσει
και πέτυχα και το στοιχειό σε µιά ψηλή ραχούλα
που' χε Σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καµπούλια.
Σειέται και σειούνται τα βουνά, σειέται και σειούνται οι κάµποι.
Ταράζει το ποδάρι του και δέντρα ξεριζώνει.
Στριγγιά φωνή εφώναξε, βογγούν βουνά και ράχες
εδώ που πέντε δεν πατούν και δέκα δεν διαβαίνουν
τι γύρευες µονάχος σου πεζός κι αρµατωµένος.
5.
Βγήκα ψηλά στον Όλυµπο κι αγνάντεψα τριγύρω
βλέπω κοµµάτι µάλαµα, βλέπω κοµµάτι ασήµι
Αυτό δεν είναι µάλαµα, αυτό δεν είναι ασήµι
Μον είν' η κόρη του παπά που ρχεται απ' τ' αµπέλια
ποχει τα µήλα στην ποδιά τα κίτρα στο µαντήλι
δυό µήλα της εγύριψα και αυτή µου δώσε πέντε.
6.
Ασπρο τριαντάφυλλο φορώ βουλιούµαι να το βάψω
κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω
θα κάψω νιους θα κάψω νιές θα κάψω παλληκάργια
θα κάψω και να νιό παπά να χασ' το πετραχήλι
θα κάψω και να δάσκαλο να χασ' τα γράµµατα του
θα κάψω και τον άνδρα µου που θέλ να µε χωρίσει.
7.
Απ' την Αθήνα ο ∆ήµος κίνησε στην Αρβαντχιά να πάη
πέντε πασάδες τον έλεγαν και δεκαοχτώ ραγιάδες
για φορά ∆ήµοµ τα χρυσά για βάλη τ' αρµατά σου
να φοβηθή η Αρβαντχια να κάτσουν στα χίοργιά τους
και µάνα του τον έλεγε κρυφά τον κουβεντιάζει
∆ήµοµ σαν πάς στην Αρβαντχια σαν πάς στους Αρβανίτες
∆ήµο µου κάτσε φρόνιµα κάτσι ταπεινωµένα
µη σου χαλάσ' η Αρβαντχια του πάρουν το κιφάλι.

4) Τραγούδια της ξενητειάς.


1.
Κίνησαν τα καράβια τα Ζαγουργιανά
κίνησε και ο καλός µου να πάη στην ξινητειά
δώδεκα χρόνους κάνει και έξη ξάµηνα
ουδέ γραφή µου στέλνη κι ουδέ αντιλιγιά
µου στέλη ένα µαντήλι µε δώδεκα φλουργιά
στην άκρη απ' το µαντήλι µου γράφη αντιλογιά
θέλεις κόρηµ πατρ' ψου θέλεις καλογρηά
θέλης τα µάυρα βάλη και κατέργιαµε
σ' αυτόν τον τόπο που' ρθα πίσω δεν γυρνώ
εδώ είναι µιά µάγίστρα και µε µάηψε
όταν κινήσω να' ρθω χιόνια και βροχές
όταν γυρίσω πάλι ήλιος ξιστεργιά.
2.
Το ποιος µου βλέπει από γελώ θαρρεί καµόν δεν έχω
εγώ έχω ντέρτι στη καρδιά το βάσανο στα χείλη
δεν έχω καναν να το πώ κάναν γιά να το δείξω
γιά να το πω τη µάννα µου εγώ µάννα δεν έχω
γιά να το πω τ' αδέρφια µου εγώ δέρφια δεν έχω
γιά να το πώ τη γειτονιά µαθαίν' ο κόσµος όλους.
3.
Ξενητηµένο µου πουλί και παραπονηµένο
η ξενηχιά σε χαίρετε και γω χω τον καηµό σου
τι να σου στείλω ξένε µου αυτού στα ξένα που σαι
να στείλω µήλι σεπητι κυδώνι µαραγγιάζει
σταφύλι ξερογιάχιται, τριαντάφυλλο µαδγιέται
να στείλω και το δάκρυ µου σ' ένα λίνο µαντήλι
το δάκρυ µου είναι καυτηρό και καίγη το µαντήλι.

4.
Ανάθηµα σου ξενητχιά και συ και τα λεφτά σου
ξεµυαλίζεις τα παιδιά και τα κρατάς κοντά σου.
5.
Ανάθηµα τον πχοιός θα πει τ' αδέρφια δεν πονιούντι
τ' αδέρφια σκίζουν τα βουνά και αδερφές τους κάµπους
και µάννα σκίζει θάλασσα να βγει να τ' ανταµώσει.
6.
Πήραν τ' απόσκια στην αυλή πήραν στο παραθύρι
και σύ Λουλούδαµ άργησες στο µύλο για να πάγης
γιάτι είναι τούρκος µυλωνάς και ξέης (ξέρης) σκανταλιάρης,
για ξάµα (πλησίασµα) παίρνει φίληµα παίρνει και µαύρα µάτχια.
Φορτώνει Λούλουδα τ' άλογα στο µυλωνά να πάγη
καληµέρα σου µυλωνά καλώς τη Λούλουδα που' ρθε
ρίξε Λούλουδα τ' άλεσµα και έλα να κοιµηθούµε
τις λες τι λές βρωµόσκυλο και συ παλιοζαγάρι
έχω τον άντρα ξενιτιά και γιου προβοδεµένον.
7.
Μια µάννα έχει πέντε παιδιά στα µάκρυνα τα ξένα
όλα την στέλουν γράµµατα παλιά και µαραµένα
µάννα µου δεν καθόµαστε στα έρηµα τα ξένα
τα ξένα έχουν βάσανα έχουν πολλά φαρµάκια
δεν έχουν µάννα και αδερφή να που' τα βάσανα µας
και πίσω- πίσω γύρισαν στη µάννα τους να πάνε.
Βρίσκουν την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρµένα
χτυπούν την πόρτα τρείς φορές το παραθύρι πέφτει,
σήκω µανούλαµ και άνοιξε ερχόµαστε από τα ξένα.
8.
Παπαδοπούλα θέριζε σ' ένα κοντό κριθάρι
σκύφτει να βάλει την χεργιά και τη γεµίζει δάκρυ
σκύφτει να στρωσ διµατικό και το µοιρολογάει
διαβάτης είτε πέρασε στέκει και τη ρωτάει
κόρηµ που' ναι ο άνδρας σου που' ναι ο καλός σου
στα ξένα είναι ο άνδρας µου δώδεκα χρόνους έχει
ένας µου λέει πέθανε άλλος µου λέει χάθκη.
Αλήθεια κόρηµ πέθανε και µην τον περιµένης
στην αγκαλιά µου πέθανε στα γεργια µου ξεψύγει
κόρηµ εγώ είµαι ο άνδρας σου εγώ και ο καλός σου
Αν ίσως κι' σαι ο άντρας µου κι' σαι ο δικός µου
∆είξε τα σηµάδια του σπιτιού τότε να σου πιστέψου
ψηλά έχεις τον κήπο σου και κλήµα στην αυλή σου
και ανάµεσα στην κάµαρα χρυσό καντήλι ανάβης.
Σου φέγγει και χτινίζεσαι και πλέκεις τα µαλλιά σου
σου φέγγει τις καλές αυγές και βάζεις τα καλά σου.
9.
Τα έρηµα τα ξένα ν' ανάψουν να καγούν
πηγαίν τα παληκάργια και λησµονούν να' ρθουν.

Β) ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
Από την παραµονή οι γυναίκες ετοιµάζουν τα γλυκίσµατα τις κολούρες γιά τα
κόλιντα και τις πίττες µε τα πολλά φύλλα που µέσα βάζουν το νόµισµα.
Το βράδυ µαζεύονται όλοι στα σπίτια του τρώγουν όλοι µαζί και
διασκεδάζουν µέχρι της 12 τα µεσάνυχτα, τις δώδεκα τα µεσάνυχτα µε την
ανατολή του νέου έτους βγαίνουν όλοι έξω γιατί έτσι είναι καλά. Παλιά άναβαν
και φωτιές και κατά το πρωϊ περνούσαν οι νέοι για κόλιντα. Τα πρωτοχρονιάτικα
κάλαντα είναι τα γνωστά κάλαντα.
Αγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
Κρατά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαµάρι.
Ανήµερα της Πρωτοχρονιάς µεταµφιέζονται παλιά σε τσολιάδες και γυναίκες
µε παλιά τοπική ενδυµασία. ∆ιάλεγαν ανάµεσα τους ένα παπά ένα γαµβρό και
µια νύφη. Έκαναν ψεύτικο γάµο. Μετά το γάµο ακολουθούσε γλέντι
τρικούβερτο. Στο τέλος εµφανίζονταν οπλοφόροι σηµάδευαν τον γαµβρό και του
έριχναν µε ψεύτικα βόλια. Αυτός έπεφτε κάτω και η νύφη έσκουζε από πάνω
του, ενώ ο παπάς δίπλα την παρηγορούσε. Εκλαιγαν για να γελούν όλο τον
χρόνο. Γιά να πάη καλά η χρονιά. Μ' αυτό το ψεύτικο γάµο και την ψεύτικη
κηδεία περνούσε και η Πρωτοχρονιά.

Γ) ΤΑ ΦΩΤΑ
Μετά τη Θεία Λειτουργία µαζεύονται όλοι στη βρύση του χωριού. Εκεί
γίνεται ο αγιασµός των υδάτων. Ξεκινώντας όλοι οι νέοι κρατούν και από µία
εικόνα. Πηγαίνουν στη βρύση. Γίνεται η κατάδυση του Σταυρού και έπειτα όλοι
µαζί µε τις εικόνες περνούν από όλα τα δροµάκια του χωριού. Όταν τελειοχτουν
πηγαίνουν πάλι στην Εκκλησία. Εκεί γίνεται τρόπο τινά µια δηµοπρασία.
Καθένας προσφέρει και από ένα χρηµατικό ποσό για να αγοράσει την εικόνα
που παρουσιάζει την βάπτιση του Κυρίου Ηµών Ιησού Χριστούς Τέλος την
παίρνει αυτός που προσφέρει περισσότερα, κα τα χρήµατα προσφέρονται για τις
ανάγκες της Εκκλησίας.

∆) Οι επισκέψεις στις γιορτές.


Όταν κάποιος γιορτάζει οι κυράδες κάνουν προετοιµασίες από πρίν.
Ετοιµάζουν τα γλυκά τα φαγητά. Βράζουν κάστανα, σπάζουν καρύδια.
Ζυµώνουν τις λειτουργίες γιά να' ναι σχεδόν στην εκκλησία. Οι νοικοκυρές
φέρνουν και τις λειτουργίες για να σηκώσει ο παπάς το ύψωµα και το στάρι που
θα µοιράσουν στους χωριανούς. Μετά τη λειτουργία επιστρέφουν όλοι οι στενοί
συγγενείς στο σπίτι του γιορτάζοντα και περιµένουν τις επισκέψεις. Τη µέρα
πηγαίνουν «να κρεµάσουν τον εορταζόµενο» να του πουν «χρόνια πολλά». Οι
γυναίκες παρέες- παρέες, αφού που « χρόνια πολλά» σ' όλους κάθονται σε
ντιβανοκασέλες και κρεβάτια και αµέσως µπροστά τους η κυρά τοποθετεί ένα
µικρό τραπεζάκι που έχει φαγητά (ψητά, κρέας, βακαλάο, τηγανιτά, ρέγκες,
κάστανα βραστά, καρύδια, γλυκά, σαραγλί, µελαχρινό) και ποτά (ρακί ή κρασί).
Οι γυναίκες τρώγουν απ' όλα και λέγουν ευχές διάφορες ανάλογες µε την ηλικία
και το φύλο αυτού που γιορτάζει.
Το βράδυ αρχίζουν οι επισκέψεις των αντρών οµάδες-οµάδες ή και µιά
µεγάλη οµάδα. Παλιά αυτή η µεγάλη οµάδα φρόντιζε να βρή και όργανα και
έτσι µε τα όργανα λαλώντας και τραγουδώντας γύριζαν όλα τα σπίτια αυτών που
γιόρταζαν και διασκέδαζαν σ' ένα απ' αυτά µέχρι πρωίας. Το κέρασµα γίνεται
όπως και στις γυναίκες αλλά µε µεγαλύτερη επισηµότητα.
Πιο ζωηρές και πιο διασκεδαστικές γινόταν παλιά οι επισκέψεις σ' όσους
λάχαινε να γιορτάζουν τον χειµώνα και µάλιστα µετά τα Χριστούγεννα. Καθώς
πήγαιναν τότε από γιορτάσιο σε γιορτάσιο (χωρίς να ξέρη αυτός από ποιο
κοτέτσι που περνούσαν τις πήγαιναν στον γιορτάζοντα (χωρίς να ξέρη αυτός από
ποιο κοτέτσι ήταν µπορούσε να' ναι και από το δικό του) τις έδιναν της
νοικοκυράς να τις ψήσει. Σιγά - σιγά το γλέντι άναβε και κατάληγε σωστό
ξεφάντωµα.
Φέρνοντας όλα αυτά µπροστά µου σκέφτοµαι:
Αλήθεια πόσο ωραίοι, σωστοί και ανθρωπινοί ήταν οι άνθρωποι τότε, Η
καρδιά τους ανάβλυζε χαρά και τα χείλη σκορπούσαν γέλιο. Τότε ήταν φτωχοί
και πεινασµένοι αλλά γεροί, χαρούµενοι, και παραδεισένιοι.

01 ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Τις απόκριες στο χωριό µας έχουµε σωστό πανηγύρι. Το γλέντι το ξεφάντωµα
η ξεγνοιασιά και τα αλληλοπειράγµατα είναι τα κύρια γνωρίσµατα της χωρίς να
παραβλέψουµε και άλλα πιό ηθικά και ανθρωπινότερα. Η προετοιµασία αρχίζει
από πολλές µέρες πρίν. Οι άντρες κάνουν σύσκεψη σ' ένα σπίτι και συζητούν τι
µασκαράδες θα ντυθούν και ποιο θαναι το καρναβάλι που θα παρουσιάσουν στο
χωριό. Αφού σκεφθούν και αποφασίσουν αρχίζουν όλα όσα είναι απαραίτητα
για την µεταµφίεση.

Ι) Ο Φανός
Την παραµονή της Αποκριάς στο µεσοχώρι συγκεντρώνουν πολλά κλαδιά και
στιβάζουν µια µεγάλη θηµωνιά. Εκεί το βράδυ θ' ανάψουν µεγάλη φωτιά
«φανό». Τα γύροο χωριά συναγωνίζονται πιο θα φτιάξει τον τρανύτερο φανό. Τη
µέρα της Αποκριάς είναι όλα έτοιµα.
Το βράδυ της Αποκριάς κτυπά η Καµπάνα εσπερινό και πάνε όλοι στην
εκκλησία. Μετά τον εσπερινό αρχίζοντας πρώτα από τον παπά γίνονται τα
συγχωρέµατα. Ζητά την συγχώρεση ο ένας από τον άλλον συνήθως οι
µικρότεροι απο τους µεγαλύτερους. Πολλά µεγάλα µίση την µέρα αυτή
σβηουνται. Κατόπιν οι µικρότεροι πηγαίνουν στα σπίτια των µεγαλυτέρων
συγγενών. Τους φιλούν το χέρι και οι µεγαλύτεροι τους δίνουν παράδες
γλυκίσµατα και ένα αυγό. Τρώνε όλοι µαζί οι συγγενείς σε κοινά τραπέζια
λογής- λογής φαγητά, πίττες κρέατα γιαούρτες κ.λ.π.
Μόλις τελειώσουν το φαγητό θα ντυθούν οι µασκαράδες, όλοι τότε οι
χωριανοί συγκεντρώνονται στην θηµωνιά µε τα κλαδιά. Ανάβουν τον φανό και
αρχίζουν τον χορό άνδρες και γυναίκες γύρω, τραγουδώντας σκωπτικά
τραγούδια. Μετά τα τραγούδια πειράζει ο ένας τον άλλον. Οι άνδρες τις
γυναίκες και οι γυναίκες τους άνδρες. Πάντως τα τραγούδια είναι τολµηρά.
Τολµηρά. Κανείς όµως δεν παρεξηγιέται. Το γλέντι και ο χορός συνεχίζεται
µέχρι και τα µεσάνυχτα.

Την άλλη µέρα «Καθαρή ∆ευτέρα»


Οι µασκαράδες παρελαύνουν στα πιο επίκαιρα σηµεία του χωριού, λέγοντας
πάλι µερικά από τα σκωπτικά τραγούδια και πειράζοντας όποιον έβρισκαν στο
δρόµο. Όχι και πριν. Χρόνια οι µασκαράδες είχαν. Και απρόοπτα κάποιος
προσπαθώντας να ερµηνεύσει ποιο τέλεια το ρόλο πάνω σε µια κίνηση έσπασε
το πόδι του.
Την Καθαρή ∆ευτέρα οι µασκαράδες παλιά χωρίζονταν σε δυό οµάδες και
έκαναν σχεδόν πραγµατικό πόλεµο µεταξύ τους. Το βράδυ δε το ρίχνανε πιοτό
και στο γλέντι στα καφενεία του χωριού. Κάποτε την Καθαρή ∆ευτέρα ο
Αντώνης Νατσιόπουλος ντυµένος µασκαράς µε ένα γαϊδούρι επισκέπτονταν όλα
τα σπίτια. Έµπαινε µέσα µαζί µε τον γάιδαρο, τον ανέβαζε µάλιστα από την
σκάλα και στα πάνω δωµάτια. Φανταστείτε τι τραβούσε να τον κατεβάσει και το
τι γέλια έκαναν οι σπιτονοικοκυραίοι. Αυτό και άλλα πολλά ευτράπελα
γινόντουσαν τις Απόκριες.
Γενικά η Απόκρια στο χωριό µας είναι µέρα συγχώρεσης µεταξύ µας και
µέρα χαράς και κεφιού, µέχρι εξαλλοσύνης.

Αποκριάτικα τραγούδια.
Πέντε ποντικοί και δέκα οχτώ νυφίτσες
γάµον έκαναν σε σπειρί σιτάρι
και ήλιαζαν µπρε και το ήλιαζαν
στίς βατσινιάς το φύλλο
και το σακκιάζαν µπρε και το σακιάζαν
στίς ψείρες το τοµάρι.
Και το φόρτωναν µπρε και το φόρτωναν
στού ψύλου τα καπούλια
και το άλεθαν µπρε και το άλεθαν
στης µπάµπους (γρηάς) τα σφονδύλια (µαστοί).
Η ψείρα ζύµωνε και ο ψύλλος καιη το φούρνο
κάπως έκανε µπρε, κάπως έκανε
και σκοΰνταψε και κάηκε
η ψείρα φώναζε, µωρί το µπάκακα φωνάζει,
τρέχα µπάκακα- τρέχα µπάκακα
µε το νερό στο στόµα µε το νερό στο στόµα.
Με συγχωρείτε λόγω του τολµηρού του περιεχόµενου του δεν µπορώ να το
τελειώσω.

ΣΤ. ΤΟ ΠΑΣΧΑ
1) ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Πρωί - πρωί τα παιδιά του σχολείου ή και αλλά µικρότερα µε το καλάθι στο
χέρι αλλά αστολιστο πηγαίνουν από \ σπίτι σε σπίτι και λένε το Λάζαρο οι
κυράδες τους δίνουν] παράδες και αυγά.
Ο Λάζαρος
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
Ήρθε η Κυριακή πού τρων τα άρια
Σήκω Λάζαρε και µη κοιµάσαι
Ήρθε η µάννα σου απ' το παζάρι
Σούφερε χαρτί και καλαµάρι
Γράψε Θόδωρε γράψε ∆ηµήτρη
Γράψε Λεµονιά και Κυπαρίσσι
Λαζαρίνα κουκουτίνα βάλ' αυγό στην καλαθίνα
µη σου σπάσω την κατίνα (πλάτη).

2) Μεγάλη Εβδοµάδα
Από τη Μ. Πέµπτη αρχίζουν οι εντατικές προετοιµασίες για το Πάσχα. Πάντα
τη Μ. Πέµπτη γίνεται και το βάψιµο των αυγών. Από πριν έχουν ετοιµάσει µε το
κονδύλι τις πέρδικες. Οι πέρδικες είναι καλοδιαλεγµένα αυγά πάνω στα οποία µε
την βοήθεια του κονδυλίου σχεδιάζουν µε κερί διάφορα σχήµατα λουλούδια και
έντοµα όταν µετά τα βάψουν το µέρος που έπεφτε το κερί έµεινε άσπρο.
Το κονδύλι γίνεται από µία κλιµατόβεργα µάκρους είκοσι εκατοστά - στη µιά
άκρη και πάνω στον κόµπο τρυπούν την βέργα και κάνουν µιά µικρή λακούβα, η
οποία καταλήγει σε µιά µικρή οπή. Στην οπή αυτή βάζουν ένα µικρούτσικο αλλά
λίγο πλατύτερο προς τα επάνω τενεκεδένιο σωλήνα. Παλιά έβαζαν τις άκρες από
τα κορδόνια που τότε ήταν τενεκεδένια. Τώρα στο επάνω µέρος βάζουν το κερί,
θερµαίνουν το κονδύλι µε µιά λαµπάδα στο σηµείο που είναι ο τενεκεδένιος
σωλήνας, το κερί λειώνει και στάζει από τη µικρή οπή πάνω στα αυγά και µε την
κίνηση του κονδυλίου γράφει σ' αυτά ωραία σχήµατα ανάλογα µε την
επιδεξιότητα αυτής που το κρατά.
Παλιά αλλά και τώρα µαζεύονται πολλές γυναίκες µαζί και συζητώντας και
λέγοντας κάθε µία τη γνοόµη της έκαναν τις πέρδικες. Απαραίτητα οι πέρδικες
πρέπει να είναι έτοιµες τη Μ. Πέµπτη. Γιατί τη µέρα εκείνη βάφουν τα αυγά.
Επίσης τη Μ. Πέµπτη λούζονται όλοι και καθαρίζονται. Την Μ. Παρασκευή δεν
βάζουν πιροστιά ούτε κατσαρόλα στην φωτιά. Ότι θέλουν να µαγειρέψουν το
µαγειρεύουν από την προηγούµενη ηµέρα. Από το πρωί στολίζουν τον επιτάφιο
που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα τραπέζι πάνω στο οποίο απλώνεται το
ύφασµα µε την αγιογράφηση της Ταφής του Χριστού. Πάνω στο ύφασµα
ακανόνιστα ρίχνουν λουλούδια κυρίως δε άνθη καρποφόρων δένδρων.
Το Μ. Σάββατο οι νοικοκυρές ασπρίζουν καθαρίζουν και στολίζουν τα
σπίτια. Πρέπει όλα να λάµπουν.

3) Η µπακάµ
Παλιά το βάψιµο των αυγών γινόταν µ' ένα ξύλο το µπακάµ. Ήταν κάτι σαν
δασύ ανοικτού ροζ χρώµατος. Το έβαζαν στο νερό που έβραζε κι έδινε ένα
σκούρο κόκκινο χρώµα. Το ξύλο αυτό λένε πως έρχονταν στο παζάρι των
Γρεβενών από την πόλη. Άλλοι πάλι λένε ίσως και το πιό σωστό πως ερχόταν
απο τα µέρη της Ιερουσαλήµ.
Λένε πως ήταν δύσκολο πολύ δύσκολο να ξεχωρίσης το δέντρο µε αυτό το
ξύλο από άλλα όµοια τους που δεν είχαν την ίδια ιδιότητα. Για αυτό ειδικοί το
σηµάδευαν (εκεί κάτω βέβαια) από πριν ίσως πάνω στον ανθό γιατί τότε
µπορούσαν να τα αναγνωρίσουν πιό εύκολα. Λένε πως επειδή δεν µπορούσαν να
πλησιάσουν τότε µέσα στα δασιά και γεµάτα φίδια φαρµακερά και άλλα ερπετά
δάση το σηµάδευαν και το πυροβολούσαν µε χονδρά σκάγια από µακριά. Και
όταν τα ερπετά και τα φίδια έπεφταν σε νάρκη πήγαιναν οι ξυλοκόποι και τα
έκοβαν. Τα τεµάχιζαν µετά και τα µικρά κοµµάτια από κει κάτω φθάνανε µέχρι
τα Γρεβενά. Πριν είκοσι χρόνια µε µπακάµ βάφαµε όλοι µας τα πασχαλινά αυγά.

4) Το Πάσχα
Η Ανάσταση γίνεται στις 3 ή 4 ώρα το πρωί. Μετά τη' θεία λειτουργία το
«Χριστός Ανέστη» και οι άλλες ευχές δίνουν και παίρνουν. Επιστρέφουν στα
σπίτι. Παρέες - παρέες σφάζουν σουβλίζουν κι ψήνουν τ' αρνιά. Στις δώδεκα το
µσηµέρι γίνεται η ∆εύτερη Ανάσταση. Μετά ακολουθεί χορός των γυναικών στο
περίβολο της εκκλησίας. Χορεύουν όλες οι γυναίκες του χωριού τραγουδώντας
τα λεγόµενα πασχαλινά τραγούδια. Το µεσηµέρι και το βράδυ τρώνε πίνουν και
διασκεδάζουν όλοι οι συγγενείς µαζί.
Την Κυριακή του Πάσχα πηγαίνουν και από ένα κόκκινο αυγό τους νεκρούς
που έχουν. Τη ∆ευτέρα του Πάσχα η λειτουργία γίνεται στο παρεκκλήσι Άγιος
Αθανάσιος. Μετά τη θεία λειτουργία πάλι χορός µε πασχαλινά τραγούδια. Την
τρίτη του Πάσχα η λειτουργία γίνεται στο ναό του Αγίου Κοσµά. Την τετάρτη
στο εξωκλήσι Άγιος Νικόλαος. Μετά τη λειτουργία τραγούδια και χορός. Την
Παρασκευή στο εξωκλήσι Αγίας Παρασκευής. Εδώ τα τραγούδια και ο χορός
είναι πιό ζωηρά. Γιατί όλοι τους θυµούνται το παλιό τους χωριό και τις
ταλαιπωρίες που πέρασαν. Μιας και το εξωκλήσι αυτό υπήρχε και την εποχή της
Μελιδόνστας,

5) Το ξεπροβόδισµα της Πασχαλιάς.


Την Κυριακή του Θωµά η θεία λειτουργία γίνεται στον πολιούχο Άγιο του
χωριού. Μετά ο χορός των γυναικών είναι σωστό ξεφάντωµα. Χορεύουν...
χορεύουν χωρίς σταµατηµό. Χορεύουν σταυρωτά κατά µήκος όλων των δρόµων
του χωριού. Έπειτα χορεύουν σε µεγάλους κύκλους αλληλοπειράζονται, όλα
αυτά γίνονται για να ξεπροβοδίσουν την Πασχαλιά. Το ξεπροβόδισµα της
Πασχαλιάς διαρκεί µέχρι αργά το βράδυ. Η εβδοµάδα του Πάσχα είναι γεµάτη
χαρά και γλέντι. Κανείς δεν δουλεύει την εβδοµάδα αυτήν. Όλοι γλεντούν, όλοι
ξεφαντώνουν όλοι χαίρονται.

6) Πασχαλινά τραγούδια.
Σήµερα ∆έσπουµ Πασχαλιά Σήµερα άσπρη µέρα
Σήµερα τ' αρχοντόπουλα βγήκαν να σεργιανίσουν.
Βγήκαν οι νύφες στο χορό, κοράσι και τραγούδια
και συ ∆έσπουµ δεν φαίνεσαι να βγης να σεργιανίσης.
Σε κλαίει ∆έσπουµ το παιδί σε κλαίει και δε µερώνει
Σηµαίνει ο Θεός. Σηµαίνει η γη σηµαίνουν τα ουράνια.
Σηµαίνει και η Αγία Σοφιά µε τις χρυσές καµπάνες.
3.
Απρίλη Απρίλ' απ' έρχεσαι. Μάη καταδροσάτε
σε µήνυσαν τα πρόβατα ν' αυξάνης τα χορτάρια
σε µήνυσαν και τ' άλογα ν' αυξάνης τα λειβάδια.
4.
Πραµατευτής εδιάβαινε µήλο µου µήλο µου
στο γρίβα του καβάλα µήλο µυρισµένο
σέρνει µουλάρι δώδεκα µήλο µου µήλο µου
και µούλες δεκαπέντε µήλο µου µυρισµένο.
Το ίσκιο ίσκιο πάηκε µήλο µου µήλο µου.
τον ίσκιο από τα δένδρ µήλο µου µυρισµένο
να µην τον καψ' ο κουρνιαχτός µήλο µου µήλο µου
και τον µαράν' κι ο ήλιος µήλο µυρισµένο.
5.
Τώρα τ' αργά τ' αργούτσικα κι όντας γυρνάει ο ήλιος
Γιαννάκης γιέµ εδιάβαινε στο γρίβα του καβάλα
Ξανθή κόρη τον λόγιασε από το παραθύρι
Γιάννη µου το µαντήλι σου τί τόχεις λερωµένο
το λέρωσε η ξενητιά κι τόχω λερωµένο.
6.
Μουρί γαλανού γαλανή γαλάνουµ µπλιουµπισµένη
τ' έχουν τα µατάκια και χύνουν µαύρο δάκρυ.
Μήναν η µάνασ πέθανε µήναν κι ο κύρης χάθκεν.
Ούτε η µάνναµ πέθανε ούτεν ο κύρης χάθκεν.
µού' χασαν το µαντήλι µου το βαριοκεντηµένο
τρείς χρόνου έχω το κεντώ και πέντε το ξοµπλιάζω.
7.
Οι δύο άγιοι µάλωναν Άη Γιώργης και Άη ∆ηµήτρης
Άη Γιώργη Αη Γιώργη Βούλβαρι και σκορποφαµιλιάρη
εγώ σµαζεύω φαµιλιές και συ µου τις χωρίζεις
εγώ σµαζώνω πρόβατα και συ µου τα χωρίζεις.

8.
Άσπρο σταφύλι τριγανό κι από την τρίτη κοµµένο.
Παρασκευή το πότισµα Σάββατο όλη µέρα
και την ∆ευτέρα το πρωί πάω να το ρυγήσω.
9.
Τώρα Μαϊά τώρα δροσιά τα ίτσα τα ίτσα (αγριολούλουδα)
τώρα το καλοκαίρι τα ίτσια τα λουλούδια
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά τα ίτσα τα ίτσα
και λουλουδίζει ο κάµπος τα ίτσια τα λουλούδια
τώρα και ο ξένος βόλισε τα ίτσια τα ίτσια
στον τόπο του να πάη τα ίτσια τα ίτσια
νύκτα το κολοβώνει τα ίτσια τα λουλούδια.
Βάζει τα πέταλα χρυσά τα ίτσια τα ίτσια
καρφιά µαλαµατένια τα ίτσια τα λουλούδια.
10.
Πχοιός θέλει να ακούσετε βιολιά λαούτα και κλαρίνα
περάστε από τη Ζαγοριανή και απ' τη Φανερωµένη
Εκεί θα ακούσετε βγιολιά λαούτα και κλαρίνα.
Ζ. ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
Από την παραµονή γίνονται οι προετοιµασίες για τη γιορτή αυτή που την
γιορτάζουν στο κοιµητήρι παρέα µε τις ψυχές των νεκρών που πιστεύουν πως
από το Πάσχα µέχρι την Πεντηκοστή είναι στο πάνω κόσµο.
Ετοιµάζουν πίττες και γλυκίσµατα, αγοράζουν ποτά διάφορα και τσιγάρα τα
τοποθετούν σε µιά κάνιστρα και την Κυριακή της Πεντηκοστής µετά τη
λειτουργία ανεβαίνουν στον Αη Γιώργη, στο νεκροταφείο του χωριού. Εκεί ο
παπάς περνά από τα µνηµεία όλων τωννεκρών και ρίχνη τρισάγιο. Μετά
αρχίζουν να µοιράζουν τις πίττες και τα γλυκά. Τρώνε όλοι τους πλάι στους
τάφους παρέα µε τις ψυχές των αγαπηµένων τους, αφήνουν και σ' αυτούς κάτι.
Είναι η τελευταία µέρα όπως είπαµε πιό πάνω που οι ψυχές βρίσκονται στη γη.
Την άλλη µέρα πιστεύεται πως θα κρυφτούν στους τάφους. Μετά προσφέρουν
ποτά και τσιγάρο. Πίνουν όλοι για τις ψυχές, γιατί έτσι είναι καλά και το
απόγευµα κατεβαίνουν πάλι στο χωριό στα σπίτια τους.
Η µέρα της Πεντηκοστής λοιπόν είναι αφιερωµένη στους νεκρούς. Τρώνε και
πίνουν µαζί τους ακόµη και γλεντούν όλοι οι χωριανοί.

Η. ΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΙΑ
(24 Ιουνίου του Αη Γιαννιού)
Το βράδυ προς τα ξηµερώµατα της µέρας αυτής όλες οι πλαγιές οι
βουνοκορφές και τα ρουµάνια του χωριού πριν λίγα χρόνια έλαµπον και
αντιλαλούσαν. Οι χωριανοί οµάδες - οµάδες τη νύκτα µε τα φαναράκια µε τις
φλογερές και µε το γέλιο και το τραγούδι στα χείλη έβγαιναν να κόψουν
Γιαννάκια κάτι αγριολούλουδα που τα τοποθετούσαν στις πόρτες των σπιτιών
τους.
Οι λάµψεις τη νύκτα και τα τραγούδια µεσ' την ησυχία έδιναν µιά παράξενη
οµορφιά σ' όλη τη γύρω περιοχή. Μιά οµορφιά που θα µπορούσε να συνεπάρη
και να συγκινήσει και το πιό σκληρό. Λίγο αργότερα αλλά νύκτα ξεκινούσαν µε
τις µπλούκλες στον ώµο και οι κυράδες και τα κορίτσια για να πάνε για
Γιαννάκια. Μετά τα χαράµατα πήγαιναν στη βρύση να γεµίσουν τις µπούκλες.
Έτσι άκουες από τη µιά µεριά τους άνδρες να τραγουδούν να να παίζουν µε τις
φλογέρες τους τα ειδικά για τη µέρα αυτή τραγούδια και από την άλλη τα
κορίτσια και τις γυναίκες.
Τα χαράµατα περνούσαν όλοι φορτωµένοι µε Γιαννάκια από τη βρύση του
χωριού. Έµπηγαν πολλά σ' αυτήν. Πλινόταν επέστρεφαν σπίτια τους. Επίσης τη
µέρα αυτή µαζεύουν χαµοµήλι και κόβουν το δυόσµο. Τον ξηραίνουν και τον
τοποθετούν κάπου να τον έχουν τον χειµώνα. ∆υόσµο βάζουν στα φαγητά
κυρίως στα όσπρια.

Τραγούδια που τραγουδιούνται τη µέρα αυτή.


1.
Ο Γιάννης φίδι σκότωσε πάνω σε σταυροδρόµι
τα φίδια εµαζεύτηκαν µουσαφερέ του κάνουν
το πε για να φιδιάσω µε το Γιάννη το φιδούλι
που σκότωσε τη µάννα µας τη µάννα από τα φίδια
βάνουν τον όφιο άλογο και τον αστρίτη σέλα
και την οχιά την παρδαλή η βάζουν καπιστράκι.
2.
Λαλούν τ' αρνίτια τρείς φορές και τα παγώνια πέντε
τα χελιδώνια δέκα οκτώ κοντεύει να χαράξη
πουν οι άσπρες για νερό κι' όµορφες να πλύνουν.
Πάω κι γω κι ο µαύρος µου το Γρίβα να ποτίσω.
Παπαδοπούλα στόρωσα το δρόµο µου πάνω.
3.
Ξανθή κόρη τραγούσησε επάνω σε γεφύρι
και το γεφύρι ράγισε και το ποτάµι στάθκη
Βασιλιάς εδιάβαινε και την καληµερούση.
Για πες το πές το κόρη µου ξανά δευτέρωσε το
δεν τραγουδάω βασιλιά γιατί καιρό δεν έχω,
έχω τον άντραµ άρρωστο χρόνο και πέντε µήνες
κι' αρρωστικό µου γύριψε και πουθενά δεν βρήκα.
Γυρέβ τυρί από λαγό και γάλα απ' αγρογίδι.
4.
Πρωί πρωί σηκώνοµαι ο µαύρος απ' τον ύπνο
παίρνω νερό και νίβοµαι µαύρος µ' να ξαγρυπνήσω.

∆ΙΑΦΟΡΑ
1) Στη τοποθεσία Σκαφίδα υπήρχε παλιά ένα µεγάλο πηγάδι που άκουε στο
όνοµα της κυρά καλής. Το πηγάδι αυτό το έφτιαξε µιά τούρκισσα στη µνήµη του
νέου χαµένου γιου της.
2) Στη τοποθεσία Λεπτοκαρυά περί το 1937 - 39 οι Στέργιος Λάζος και
Ευάγγελος Τόλιος είχαν δηµιουργήσει κεραµοποιεία βοηθούµενοι από το
κόκκινο χώµα της τοποθεσίας αυτής.
Στους τροβάδες έβαζαν τα κεραµίδια και γύριζαν όλα τα χωριά παίρνοντας
παραγγελίες. ∆υστυχώς τα κεραµίδια τους µετά ένα χρόνο έλυωναν και η
επιχείρηση ναυάγισε.
Τα προπολµικά χρόνια της φτώχειας και της µιζέριας η ζωή ήταν πιό αγνή και
αθώα. ∆εν υπήρχε η σηµερινή κακία και η ζήλεια..
Τις Κυριακές και τις επίσηµες ηµέρες µετά το φαγητό το µεσηµέρι
µαζεύονταν στην πλατεία τα κορίτσια ντυµένα µε τις µάλλινες φούστες
υφανµένες στον ξύλινο αργαλειό µε τις κεντητές ποδιές χειροποίητες και τα
µάλλινα άσπρα τσουράπια µε κεντήµατα αστραγάλου τα παπούτσια παραγγελίας
µόνο για τις γιορτές. Τις καθηµερινές φορούσαν τα γουρουνοτσάρουχα και τσοπί
και δικέλι όλη την εβδοµάδα έπιαναν το χορό µε διάφορα εποχιακά τραγούδια,
αντιλαλούσαν οι ρεµατιές και τα λαγκάδια που ενώνονταν µε τις φωνές των
αηδονιών αθώοι χοροί αθώα ύστερα παιχνίδια µαζί µε τα παιδιά και τα κορίτσια
παίζαν τον τορά καθόντουσαν ένα παιδί ένα κορίτσι όρθιος δηλαδή και δύο
γύρω γύρω κυνηγούσε ο ένας τον άλλον µε ένα φραγγέλεο και όταν ο
κυνηγηµένο στεκόταν µπροστά σε δύο τότε ο κυνηγάρης κυνηγούσε κτυπώντας
τον τρίτο από πίσω. Αγνά παιχνίδια µακριά από πονηριές. Ούτε αηδόνια
ξεσυνερίζονται γιατί έµειναν τόσα λίγα και σε λίγο καιρό ίσως εκλείψουν πέρα
για πέρα. Ήδη έχουν εκλείψει µερικά είδη πουλιών, Ούτε κορίτσια τραγουδάνε
πλέον.
Τώρα ο ένας υποβλέπει τον άλλο και αλληλοµισούνται καίτοι τώρα η ζωή
είναι καλή και στη διατροφή και στο ντύσιµο, µας κατέχει άγχος µεγάλο, που
πάµε;
Στις νύφες τότε στα ντουλάπια µε τα προικιά βάζανε και ένα ζευγάρι
τσαρούχια µε κόκκινα σχοινιά να πάνε τη ∆ευτέρα στην εργασία. Η καινούργια
νύφη το πρ(οί ζέσταινε νερό να ρίξη στον πεθερό, πεθερά να πληθούνε, έθιµο
απαραίτητο, τότε η ξυλεία από τα βουνά της Πίνδου, µεταφέρονταν µε
µουλάρια. Κάθε κυρατζής (έτσι λέγονταν αυτοί που µεταφέρανε µε τα
µουλάρια) είχε 5 µε 6 µουλάρια και ένα άλογο για καβάλα (το λέγανε µπινέτι) µε
την τσότρα το κρασί κρεµασµένο και τροφές στον τροβά και όπου βρίσκαν
βρύση, ξεφορτώνανε να βοσκήσουν τα ζο'χχ και να φάνε και αυτοί. 3-4-5 µέρες
ταξίδι περνούσαν από τη ράχη του χωριού µας και τραγουδούσαν διάφορα
εποχικά τραγούδι «Πότε θαρθή άνοιξη ναρθή το καλοκαίρι να βγουν οι βλάχοι
στα βουνά να βγουν και οι βλαχοπούλες να βγούνε και τα πρόβατα µε τα αργυρά
κουδούνια», και άλλα κλέφτικα τραγούδια. Όταν περνούσαν νύχτα, αντιλαλούσε
η ηχώ όµορφα απέναντι στα λαγκάδια και στις ρεµατιές, τί όµορφη και ανέµελη
ζωή χαρούµενη.
Οι γονείς µας στα ξένα πήγαιναν µε ένα µουλάρι και ένα ψυχιγιό ο καθένας,
Πήγαιναν το Μάρτη και γύριζαν το ∆εκέµβριο. Οι γυναίκες εδώ µε τα
ξυλάλετρα µε τα βόδια κάναν το σιτάρι της χρονιάς, το περιβόλι, πράσα, λάχανα,
πιπεριές τουρσί, τάιζαν και γουρούνια και κάθε γιορτή πήγαιναν βύζετα στους
εορτάζοντας από σπίτι σε σπίτι µε τραγούδια και χορού, τί αθώα γλέντια.
Και το Μάρτη πιά οι µαστόροι κουβάλαγαν τις πέτρες και χτίζανε µε τον
πήχυ πληρώνονταν. Και στη στέγη που φτιάχνανε οι νοικοκυραίοι ρίχναν
µπαχτσίτσια και πήγαιναν σχεδόν όλοι από το χωριό µε δώρα και λαγγίτες κρασί
και ρακί. Ο πρωτοµάστορας τραγουδούσε τα δώρα. Καλοσώριζε ο τάδε µε το
δώρο του που το έφερε για την αγάπη του αφεντικού µας, να ζήση να ζήσουν τα
παιδιά του. Όσα λουλούδια του µαγιού και φύλλα από τα δένδρα, όσες λίµνες µε
νερό και ποταµοί µεγάλοι που χύνονται στην θάλασσα και γίνεται µεγάλη τόσα
καλά και αγαθά να τον δώση ο θεός και µε µιά καλή νύφη στους ανύπατρους.
Να τα χιλιάση τα πρόβατα αν έχη και µπερεκέτια γεµάτα τα αµπάρια αν είναι
γεωργός. Και οι µαστόροι ευχαριστούν για το δώρο του.
Το 1907 στο Μακεδόνικο αγώνα ήρθαν στο χωριό µας αντάρτες
Μακεδονοµάχοι κατέλυσαν στα σπίτια µας περί τους 80 µε επικεφαλής τον
Καπετάν Λίτσα, ψευδώνυµο, λογαχός στο βαθµό. Περίπου 15 άτοµα κατέλυσαν
στο σπίτι των Τολαίων, κάθησαν σταυροπόδι στα µάλλινα µαξιλάρια. Η γιαγιά
µου ∆έσπω ρώτησε πόσοι είναι να πάρωµε και από τη γειτονιά φλυντζάνια. Εγώ
ο Θανάσης Τόλιος 3 ετών και µισό πήγα και τους µετρούσα έναν έναν. Ένας
αντάρτης µε πήρε στην αγκαλιά του και µε ρώτησε γιατί µας µετράς και γω του
είπα για να βρη η γιαγιά µου φλυντζάνια. Έβλεπα τα φυσεκλίκια και το
περίστροφο. Τί είναι αυτά; ρώτησα. Είναι ρεβόρβερ να σκοτώνουν κοµιτατζήδες
και όπως το έπιασα τράβηξα τη σκανδάλη και µπαµ πήγε η σφαίρα στα µαλλιά
του αντικρυνού αντάρτη. Έσβησαν οι λάµπες πετρελαίου, αναστατώθηκαν τα
φυλάκια, τον µάλλωσε αυστηρά ο καπετάνιος. Την εποµένη ανεχώρησαν για τα
κορέστια για συνάντηση των κοµιτατζήδων.

Το πανηγύρι
Στο χωριό µας πανηγυρίζουµε της Αγίας Παρασκευής 26 Ιουλίου και 27 του
Αγίου Παντελεήµονος, παρ' ότι η πολιούχος εκκλησία µας Άγιος Αθανάσιος
τιµής ένεκεν από την κατατροφή του παλαιού χοοριού Μηλιδόνιστο. Έρχονται
χοοριανοί και φίλοι από όλη την επικράτεια όπου είναι διακπορπισµένοι,
Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Τρίκαλα, Αθήνα, Βέροια και αλλοί. Πηγαίνουµε στο
παλαιό εξωκκλήσι, ένα χιλιόµετρο µακριά από το χωριό µε συγκίνηση και δέος,
φαίρνοντας στη µνήµη µας τον όλεθρο των παπούδων µας. Γυρίζουµε εν σώµατι
τραγουδώντας. Το βράδυ γίνεται τρικούβερτο γλέντι στην πλατεία µας που είναι
αρκετά µεγάλη και γεµάτη από κόσµο, µέχρι πρωίας µε τοπικά όργανα. Τη
δεύτερη µέρα στον πολιούχο µας Αγιο Αθανάσιο στη µνήµη του Αγίου
Παντελεήµονος και το δεύτερο βράδυ κατάµεστη η πλατεία τρελό γλέντι ως το
πρωί.
Μερικά ενθυµήµατα από τον ελληνοϊταλικό πόλεµο: Τρίτη και Τετάρτη µέρα
του πολέµου, τηλεγραφική διαταγή. Ο φρούραρχος Γρεβενών Σβάρνας
συνταγµατάρχης πολιτική επιστράτευση. Από 18 ως τα 60 να παρουσιασθούν
στα Γρεβενά να διορθώσουν το δρόµο (χωµατόδροµος). Γρεβενά ∆οτσικό για να
βγάλουν τα πυροβόλα να αναχαιτήσουν τους Ιταλούς της µεραρχίας Τζούλι.
Ειδοποίησα όλους να πάρουν µαζί τους κλινοσκεπάσµατα, κουτάλι, πηρούνι,
κατραβάνα. Ούτε την παραµικρή αντίρρηση από κανέναν. 6 η ώρα πρωί, εγώ
σαν πρόεδρος κοινότητος Θανάσης Τόλιος επικεφαλής, µετά από 4 ώρες πορεία,
φθάσαµε στα Γρεβενά.. Πάω στον έπαρχο (τότες δεν ήταν νοµάρχης) γιατί δεν
ήταν νοµός). Και µου λέγει ο έπαρχος ότι 2 χιλιόµετρα έξω από το χωριό
∆οξαράς, είναι µιά µονάδα µηχανικού. Θα τους παραδιόσης να τους
προωθήσουν όπου πρέπει. Στην άκρη των Γρεβενοον µας πυροβολούν
αεροπλάνα ιταλικά. Κρυφτήκαµε και αφού τελείωσαν πιά προχωρήσαµε δύο -
δυο, για το φόβο βοµβαρδισµού. Φθάσαµε θυµάµαι από τους 42 φθάσαµε
πρώτοι εγώ ο αδελφός µου Πέτρος 17 ετών και ο Χαράλαµπος Λάζος. Βρίσκοµε
µιά σκηνή, ήταν ένας υπολοχαγός µηχανικού. Γεια σου κύριε υπολοχαγέ τί νέα
από το µέτωπο; Ευχάριστα µου λέγει. Αύριο θ πάµε να µαζέψουµε τα
µπαστούνια των αλπινιστών. Η µεραρχία Τζούλια διαλύθηκε στην Πίνδο. Εσείς
τί είστε; µου είπε. Είστε το πρώτο χωριό που έρχεστε, 4 (όρες ποδαρόδροµο του
λέγω. Πρόεδρε έλα να σε φιλήσω και πώς λέγεσαι να σε γράψω στο ηµερολόγιο.
Ε∆Α είναι 3 χιλ. χωριά και δεν ήρθαν ακόµη. Είστε οι καλύτεροι πατριώτες…
Η θεία µου Πανάγιου Τόλιου έκανε χωράφι µε τα βόδια, οπότε να ένα ιταλικό
αεροπλάνο πολύ χαµηλά φαινότανε ο πιλότος και σηκώνει την αψάλη και
φοβερίζει τον Ιταλό. Τί θαρείτε θα σας φάµε. Στη θέση Αναγνώστου Κουρί έπσε
από αεροπλάνο µιά οβίδα νοµίζω όλµου και δεν εξεράγη. Με ειδοποίησαν σαν
πρόεδρο και πήγα. Είχε χτυπήσει σε ένα δένδρο και έπεσε. Κοιτάζω στα
πτερύγια της οβίδας και έγραφε µε ελληνικά γράµµατα: Ώρα καλή. Ηλίας
Καστοργιάς. Ειδοποίησα καταλλήλως και ήρθαν και την ανατίναξαν.
Και ένα εύθυµο: Πήγα στα Γρεβενά και πήγα σ' ένα κουρείο να φτιαστώ.
Ξύριζε ένα λοχαγό Ιταλό, εκείνος κρατούσε µία εφηµερίδα ελληνική. Γεια σου
Μήτσιο γεια σου. Λεγόταν Μήτσιος Λιάκος. Έχω σειρά του λέγω; Ναί µου λέγει
άµα τελειώσω. Αυτό το γουρούνι ο Ιταλός ήξερε ελληνικά γιατί η µάννα του
ήταν Ελληνίδα από την Πάτρα. Αφού τέλειωσε του λέει τί σε χρωστάω το
γουρούνι, τον κουρέα τον έπεσαν από τα χέρια τα ξουράφια. Του λέει τότε ότι
είµαι µισός Ελληνας. Συγνώµη κύριε λοχαγέ γιατί δεν είσαι ευγενής; Πήγαινε
Θανάση µου λέει τρέµουν τα χέρια µου και έλα ύστερα από µία ώρα.
Όταν το 1912 η µεραρχία που την ξάφνιασαν τα τούρκο... στα Καϊλάρια έξω
από το Αµύνταιο, τώρα Πτολεµαΐδα άρπαξε την ευκαιρία ο Τούρκος
εισαγγελέας Γρεβενών Μπεκή Αγάς ξεσήκωσε όλους τους χωρικού Τούρκους
και λεηλατούσαν και έκαιγαν ελληνικά χωριά. Ήταν από το χωριό Τσούρχλι
(τοόρα Αγιος Γειόργιος) από τους Βαλαάδες Τούρκους, τους λέγαµε Βαλαάδες,
ήταν χριστιανοί επηρεασθέντες στα σκοτεινά χρόνια της δουλειάς, από την
ανυπόφορη ζωή και µόλις πέρασε ο πάτερ Κοσµάς µε τις διδαχές και της
νουθεσίες σταµάτησε το κακό. Στο µεταξύ ανασυγκροτήθηκε ο στρατός και
έφυγε µέσω Αλβανίας στην Κωνσταντινούπολη.
Αλλο εύθυµο: Ήρθε στο χωριό µας ο ταξιτάρη (στα τούρκικα ο
φοροεισπράκτορας) να µαζέψει φόρους. Ήταν από ένα χωριό Βράστινο (σήµερα
Ανάβρυτα) ελέγετο Γιασάρ Αγά. Πήγε µία χωριανή µας τολµηρή γυναίκα.
Εψυθύριζε το τότε θα γίνει ελληνικό. Ελα Μάρθα να πλήρωσης της λέγει.
Ακόµα θα πληρώνουµε του απαντά εκείνη. Ήταν Σεπτέµβριος του 1911. Μάρθα
Παπάγου άµα βγη ο ήλιος από την Πίνδο (ήταν δυτικά της Πίνδου) και άµα θα
δης το αυτό σου τότε θα γίνη ελληνικό.
Το 1912 στον πόλεµο πέρασε µία οµάδα Κρητών εθελοντές ανεξάρτητη µε
αρχηγό τους τον Καραβίδα και τους ακολούθησε ο Παναγιώτης Λάζος χωριανός
µας. Αυτοί εκδικούνταν όσους Τούρκους είχαν σκοτώσει Ελληνες. Στο χωριό
Καλιστράτη Βοΐου είχαν σκοτώσει οι ντόπιοι Τούρκοι 6 Έλληνες. Ρώτησαν αν
ανακάλυψαν τους δολοφόνους Τούρκους και τους εξετέλεσαν 12 άτοµα
Πλησίον εις το χωριό Μαρτσίσκι (σήµερα Περιστερά) υπήρχε ένας Τούρκος
Μπέης. Είχε 500 πρόβατα και ξεκίνησε µε τους τσοπαναρέους και 50 σφαγεία
και τα πήγαν στη Νεάπολη Βοΐου, υπήρχε στρατός ένας τσοπάνο κρατούσε την
ελληνική σηµαία, τάκανε δώρο για το στρατό µε διαφεύγει το όνοµα του.
Και ένα επίκαιρο τραγούδι:
Ένα πουλάκι λάλισε ψηλά σ' ένα δενδράκι
Βασιλοπούλα τόκουσε ψηλά από το παλάτι
Πουλίµ νάχ το λάληµ νάχα την οµορφιά σου
Τί ζήλεψες βασίλισσα από µέν το πουλάκι
Εσύ τρως σίτινα ψωµί, ψωµί και γω τρώγω σκουλίκια
Εσύ κοιµάσαι στο πάπλωµα και γω σε βάτου ρίζα.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΠΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ


Λιντιβός. Λειβαδιά, Κούτσουρ, Μπαλογιάννη Τσιώτση, Χαρτολάκος,
∆ραµπάλα, Φακές, Παλιάµπελα, Ψηλόραχη, Πιτσάκη, Ξειτολίβαδο, Κοροµηλιά,
Τρόχαλα, Καλαµάρ -Πηγάδ, Ασπρόχοοµα, Παλιοµονάστηρο, Κάµπος,
Μπαρούχα, Καµίνια, Κούπα, Λεφτοκαριά. Ράγγια, Κρυφή, Γκορτσιές, Στόη,
Πλατάνια, Τσέργιαννη, Μπαργιαµόπκου (σκότωσαν Τούρκο Μπαργιάµη)
Κασιδιάρης (σκότωσαν Τούρκο Τζαφέρη φοροεισπράκτορα)

ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΠΟΥΛΙΩΝ:
Κόρακας, γκίσα, περιστέρα, πέρδικα, τσουτσούλιανος, τσιροπούλι,
ασπρόκωλος, σταρίδα, γκαραβέλι, κότσιφας, µελτσάκος (µικροσκοπικό γεννάει
µε 18 αυγά και τα βγάζει πουλιά. Λιόστεψαν και µερικά εξαφανίσθηκαν).

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΚΟΜΗ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ


Σαραντζάς: πληγή. Αντάρα: καταχνιά. Τροβάς: µάλλινος πλεκτός σάκκος.
Τερτζήδες: ραφτάδες, που ράβανε τα σιγκούνια και τα χρυσογίλεκα.
Πατούνες: µάλλινες πλεχτές κάλτσες. Τσουράπια: κάλτσες µάλλινες χονδρές.
Σαϊσµα: Σκεπασµα µάλλινο υφασµένο στον αργαλειό. Σουφράς: τραπέζι
φαγητού χαµηλό να κάθεσαι σταυροπόδι να τρως. Σελτισµένο: εφθαρµένο.
Κοσιεβω: τρέχω. Σκαπέτσα από την ράχη: γύρισα πίσω. Μασιάς: τσιµπίδα γιά τα
κάρβουνα. Μουραφές: αστείο. Σετζούκια: καρύδια περασµένα σε σχοινί
πνιγµένα µε µεγάλο που καθαρίζει το σιτάρι από τα σκίβαλα. ∆ικράνι: ξύλινο µε
δύο τσατάλια που γύριζαν τα άχυρα στα αλώνια. Σαρµάντζα: κούνια µικρού
ξύλινη. Κορµπάτσι: Μαστίγιο. Κεσάτζα: ανεργία φτώχεια. Μπαϊλτσα:
κουράστηκα πολύ. Κοσιέρα: φορίνη πλεγµένο µε βέργες ιτιάς που κουβαλάνε τα
σταφύλια µε τα ζώα. Νιάνια: θεία. Τσαηνα: φρύγανα. Απουκρουχτικά:
µατιάστικα. Αυτζής: καλός σκοπευτής. Καρσί: αντίκρυ. Απίασα: κατάλαβα.
Γρηµουτσιά: λιχουδιά. Φοτσιά: σουγιάς τσέπης. Ζιαφέτη: τελευταίο τραπέζι
µαστόρων στην αποπεράτωση οικοδοµής. Τσιµπούσι: γλέντι. ∆εν έχει παχάν:
δεν έχει τιµή. Αχµάκης: χαζός. Χαλές: αποχωρητήριο. Κασαπάς τούρκικα:
πολιτεία. Ταπή: τίτλος χωραφιού.

ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥ∆ΙΑ ΠΟΥ ΞΕΠΡΟΒΟ∆ΟΥΝΕ ΤΟ ΠΑΣΧΑ


Κυριακή του Θωµά' πιασµένες όλες οι γυναίκες του χωριού σταυρωτά,
χορεύουν σε όλους τους δρόµους του χωριού τραγουδώντας.
1.
Τώρα µαγιά τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι τώρα
πατζίζουν τα κλαδιά όπου µορφαίνει ο τόπος, τώρα ο
ξένος βούλεται να πάη κατά ξένα µακριά και κόρη που
τον αγαπάη γλυκά τον κουβαντιάζει τον που θα πάς
λεβέντη µου θαρθο') και γώ µαζί σου να κάνω δείπνο να
δειπνής, γόµα να γιοµατίζης.
Εκεί που πάω κόρη µου κοράσια δεν παένουν.
2.
Ήταν δυό αδέλφια καρδιακά πολύ αγαπηµένα
και µπήκε το δαµόνιο και θέλ να τα χωρίσει.
Ο µικρότερος αγάπησε του µεγάλου την γυναίκα:
Εγώ νύφηµ σαγάπησα και θέλω να σε παρω.
Αντράδελφε σαν µαγαπάς και θέλης να µε πάρεις
τον αδελφό σου σκότωσε εµένα γιά να πάρης
τουτί αφορµή γιά να τον βρώ για να τον εσκοτώσω.
Σας έχει δώσει ο Θεός αµπέλια και χωράφια.
Γιά βαλτέ να µοιράσετε τα αµπελοχώραφά σας
οπούνε καλοχώρασµο πάρε στο µερδικό σου
και όπου είναι άγονο να δώσης ταδελφού σου.
Γιατί βρε αδελφούλι µου γιατί µοιράζεις έτσι
πάρε τις άκρες αδελφέ γιάτι θα σκοτωθούµε,
χαλάλι σου αδελφάκι µου και όλα δικά σου να' ναι.
Ασπρα µου πουλικά µαύρα µου χελιδόνια
µην τον είδατε το Σάλπα τον λεβέντη ,
µήν τον απαντήσατε.
Ναί τον είδαµε τον απαντήσαµε σε βλάχικα τζαντήρια,
έτρωγε και έπινε αρνιά και κοτοπούλια
και γλυκό κρασί τον κερνουσανε
πεντεξη βλαχοπούλες και µιά η µικρότερη
όλο και τον κοιτούσε.
∆εν παντρεύεσαι δεν προξενεύσαι
δεν παίρνης βλαχοπούλα σαν και µένανε.
Οχι δεν παντρεύοµαι δεν προξενεύοµαι.
Μωρέ κακιά γειτόνισα, κακιά γειτονοπούλα,
µαβλα τα περιστέρια σου που' ρχονται στην αυλή µου
µου τρώνε το σταράκι µου µε πίνουν το νερό µου.
Εγώ το χώµα το ‘θελα, θέλω και το νερό µου,
θέλω να κάνω εκκλησιά να κάνω µοναστήρι
να βάλουν µέσα, Ηγούµενο να βάλω καλόγερους.
Στήζω ρίζω το λεµόνι βρίσκω την παναγιά µέσα.
∆εν πρέπει µωρέ πανάγιου δεν σε πρεπ το κοκκινάδι
και το έρµο το ασπράδι.
Εχεις άνδρα ξεχασµένο όντας πάη στο χωράφι
το βόδι έχει ζευµένο.
Σήµερα ∆έσπω πασχλιά και το Χριστός Ανέστη.
Βγήκαν οι νύφες στο χορό κορίτσια τραγουδούνε
και σύ ∆εσπουµ δεν φαίνεσαι να βγής να σεγιανίσης.
∆εσπουµ σε κλαίει η µάννα σου, σε κλαίει και δε µερονι
σε κλαίει ∆εσπουµ το παιδί κλαίει και δεν µερόνι
για κόψε µήλο απ' την µηλιά δόστο για να µερόση.
Γυναίκες κορίτσια τον άνδρα µου πολώ δε µε παίρν' φουστάνι, για τούτο τον
πωλώ.
Ανδρα µου θέλου σκουλαρίκια γύρω γύρω µε λιλίκια για θα πλήσω τα κατσίκια
θα σε πάρω σκουλαρίκια.
Ο προπάππος µου Απόστολος Τολιος ήταν πρόεδρος επί τουρκιάς. Εκλεγετο
Μουχτάρης και οι σύµβουλοι του Αγάδες, περίπου τον 17ον αιώνα, στα µισά.
Ηταν δραστήριος τότε είχαν διαφορές στα σύνορα Κορυφής , Τσιράκι, (δηλαδή
σήµερα Αγιος Κοσµάς) είχε πυγµή δυνατή. ∆εν µπορούσαν οι κορυφιώτες να
τον καταβάλουν. Τον κάλεσαν στο πανυγήρι τους του Αγιου ∆ηµητρίου µε δόλο
να φιλιοθοΰνε και να κανονίσουνε τα σύνορα και εκεί ο τότε πρόεδρος τον
δηλητηρίασαν στο φαγητό, απότε γλύτωσαν από έναν ανίκητο αντίπαλο.
Αργότερα άλλος πρόεδρος του Αγιου Κοσµά ο Νάτσιος δηλ. Νάσιος ψηλός
ευθυτηνής µυαλοµένος, όµορφος εκίνησε την µανίαν άλλων χωριανών οι δύο
χρυσοχόοι και Γεώργιος Νούκας και πως θα τον εξοντώσουν. Μεταχειρήστηκαν
τους κλέφτες τότε τους έδωσαν πέντε λίρες και τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν
στην στροφή του δρόµου παλαιοµονάστηρο. Εκεί οι µέν κλέφτες φύλαγαν το
δρόµο να σταµατούν µαρτύρια και στο τέλος το έκοψαν το κεφάλι το οποίο οι
συγγενείς του το βρήκαν στη θέση Σκράπια.
Τώρα ερχόµαστε στους κληρονόµους του Τόλιου στα εγγόνια του που ήταν
τέσσερα αδέλφια. Εγιναν πρόεδροι (µουχτάριδες) τότε ο µεγαλύτερος
Παναγιώτης ο Χριστόδουλος δεύτερος και τρίτος ο Γεράσιµος και επί τρείς
τετραετίες τώρα ο Σπύρος Τολιος, εγγονός του Γεράσιµου Ελληνικής
επικράτειας.
Από δε του Νάτσιου, ο εγγονός του Σεραφείµ Νατσιόπουλος όστις επί των
ηµερών του, επονοµάστικε το χωριό µας από Τσιράκι σε Άγιο Κοσµά, τιµής
ένεκεν του Σταυρού που ενέπηξε ο Αγιος πατροκοσµάς στη Βελανιδιά. Εµοιαζε
τον παππού του Νάτσιο. Ψηλός ευθυτενής ωραίος έξυπνος τολµηρός. Εκανε
πολλά έργα και µεταξύ των άλλων ξεκαθάρισε τα όρια µε τους κορυφιώτες
(µπουρσιώτες) και τελείωσαν µια γιά πάντα αφού δικαιώθηκε το χωριό µας.
Σκοτώθηκε δυό χιλιόµετρα εξω της Κοζάνης από τους Γερµανούς. Και τώρα
µετά τον Σπύρο Τόλιο στις τελευταίες εκλογές εξελέγη ανεψιός του Σεραφείµ.
Ονοµάζονται Νατσιοπουλος από τον κατακρεουθέντα Νάτσιον. Ανεψιός του
Νάτσιου ονόµατι Κώστας Κωστόπουλος τότε µάλωσε στην πλατεία της
εκκλησίας µε κάποιον χρυσοχόο και πάνω στη φασαρία τον απεκάλυψε, θα σε
κάνω σαν τον θείο σου τον Νάτσιο και βγήκε στο φόρο ότι ήταν συνένοχος του
Νούκα. Ο Κώτας το πήρε βαριά και µιά µέρα που γύριζε εκείνος από τα
Γραβενά στην θέση Σέλιο (σήµερα Αγιάννης) τον κατέσφαξε τον χρυσοχόο.
Εκδικήθηκε το θείο του Νάτσιο. Ηρθαν οι τουρκικές αρχές έκαναν τα νόµιµα και
διέταξαν να τον κηδεύσουν ακολουθώντας και οι τούρκοι, ίσως καταλάβουν
κανένα ύποπτο. Οταν γύριζαν διέταξε τουρκιστή τον υφιστάµενο του µόλις πάµε
θα συλλάβουµε τον νεαρό, µε φαίνεται ύποπτος. Ο Γεώργιος Κουτσόνικος
γνο')στης της τουρκικής γλώσσης, άκουσε και τον λέγει στη µαστορική γλώσσα,
καψάλα: (δηλαδή φύγε) θα σε βρουχώσουν (δηλαδή θα σε πιάσουν) γιά ύποπτο
και έφυγε. Οταν πήγαν να τον συλλάβουν δεν τον βρήκαν στο σπίτι. Πήγε στο
Ρωµαϊκό , πέρασε λάθρα τα τουρκικά σύνορα και πήγε στα Τρίκαλα. Εκεί κάτι
έκανε και φυλακίστηκε για έναν χρόνο στίς φυλακές Τρικάλων, και εκεί που
ήθελε 10 ηµέρες να αποφυλακισθεί σκότωσε ένα φρουρό. ∆ικάστηκε να χτιστή
ζωντανός στον τοίχο και τελείωσε.
Σήµερα στο χωριό µας κατοικούν 48 µόνιµοι κάτοικοι. Από αυτούς οι 13
είναι χήρες µόνες, το 90% είναι γέροι συνταξιούχοι. Στη Θεσ/νίκη διαµένουν 28
οικογένειες Αγιοκοσµιτών: Στα Γρεβενά 11, στην Λάρισα 4, στα Τρίκαλαΐ, στην
Λειβαδειά 1, στην Αθήνα 4, στο Βόλο 1.
Στην Θεσ/νίκη οι Αγιοκοσµίτες έκαναν σύλλογο µε 40 µέλη, ονοµαζόµενος
προδευτικός σύλλογος Αγιοκοσµιτών και φίλων ο Αγιος Κοσµάς ο Αιτωλός για'
να κάνη έργα στο χωριό.Μάθαµε ότι και µέχρι αίµα έχουν απόθεµα γιά ανάγκες
των κατοίκων αν χρειασθή.
Επίσης στο χωριό µας υπάρχει σύλλογος προοδευτικός ο Αγιος Αθανάσιος.
Κάθε χρόνο κάνουν λειτουργία µετά αρτοκλασίας την ηµέρα του Αγίου
Αθανασίου στις 18 Ιανουαρίου. Αρκετά χρόνια είχε λασκάρει λόγω αδιαφορίας
των ιθυνωντων. Χρειάσθηκε πέρυσι να αναλάβουν, ο Κώστας Κουτσονίκος
πρόεδρος και Αντώνιος Νατσιοπουλος ταµίας, οι οποίοι κατόρθωσαν σε 1 χρόνο
να ζωντανέψουν το σύλλογο και να τον κάνουν εύρωστο από οικονοµικής
πλευράς.
Το καλιµάρµαρο Σχολείο του χωριού µας, σε µία ωραία θέα πευκοφυτεµένο
δεσπόζει εδώ και τόσα χρόνια. Αλλοτε σ' αυτό το Σχολείο φοιτούσαν 60-70
παιδιά. Μεταπολεµικώς όµως ο αριθµός αυτός των παιδιών άρχισε να µειώνεται
σιγά σιγά και σήµερα µε λύπη τα παιδιά του σχολείου είναι 3. 1 δε παιδί
µεταφέρεται επί πλέον από τις Κυδωνιές και έρχεται και αυτό στο σχολείο µας
και γίνονται σύνολο 4 παιδιά. Το σχολείο µας έχει σήµερα µιά δασκάλα η οποία
έρχεται από τα Γρεβενά, το κλίµα του χωριού µας είναι πολύ καλό. Από ειδικούς
που έγινε µέτρηση βρέθηκε ότι έχει υγρασία µηδέν. Σχεδόν το µισό µέρος είναι
δασώδες από βελανιδιές. Το χειµώνα είµαστε στο χωριό., πολύ λίγος κάτοικος
αλλά το καλοκαίρι ζωντανεύει από κόσµο γιατί έρχονται πολλές οικογένειες που
λείπουν σε διαφορές πόλεις, και παραθερίζουν στα πατρικά τους σπίτια.
Προσπάθησα µε κάθε τρόπο, όσο µπορούσα φυσικά να παρουσιάσω µια εικόνα
του χωριού µας.
Κλείνω την Ιστορία µου τέλος του χρόνου µε το εξής γεγονός: Τις τελευταίες
δηµοτικές εκλογές ήταν πρόεδρος του χωριού επί τρείς τετραετίες. Εκτός από τα
αλλά που προσφέρε στο χωριό κατά το διάστηµα αυτό τελευταία έκανε δωρεά
ένα Ηρώον της Εθνικής αντίστασης µε δικά του έξοδα 95.000.
Μετά από αυτόν εξελέγη πρόεδρος ο καθ' όλα δραστήριος Αντώνιος. Γ.
Νατσιοπουλος από τον οποίο περιµένουµε πολλά έργα καλά στο όµορφο χωριό
µας.
Αρχισα να γράφω την Ιστορία το 1976 και τελείωσα το 1986 και τώρα
πρόεδρος ο Κώστας Κουτσονίκος, επίσης δραστήριος.
Εν Αγίω Κοσµά ∆εκέµβριος του 1986
Έγραφον. Θανάσης Τόλιος
Μόνιµος κάτοικος Αγίου Κοσµά ετών 83
Γραµµατικές γνώσεις 4η ∆ηµοτικού σχολείου.
Συνταξιούχος Ο.Γ.Α.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ∆ΙΟΡΘΩΣΕΙΣ
Όταν οι αντάρτες όχι του Μακεδόνικου αγώνος άτακτοι σκότωσαν τον
φοροεισπράκτορα Τζαφέρι ήρθαν οι τζαντερµάδες τούρκοι από τη Νεάπολη που
κατήγετο ο Τζαφέρης, τότε ελέγετο Λειψέστα και επειδή τον τιµώρησαν τρεις
µέρες µε άγρια µέσα, µάζευαν όλους τους άνδρες και τον παπαβασίλη µαζί τους
έδειραν ανηλεώς στα µπουδρούµια και από τα βασανηστήρια δεν άντεξε ο
πατέρας του Νικόλα και του Γιώργου Λάζου πέθανε.
Τον παπαβασίλη τον ξερίζωσαν τα γένια λίγα, λίγα τους σακάτεψαν όλους
στις κακουχίες.
Απεσκίρτησαν από το ανταρτικό του Μακεδόνικου αγώνος δολοφονήθηκε
στο Κριµήνι απο έναν Βούλγαρο µυλωνά αφοΰ πήγαν ο Γείόργιος Λιόντας και
Παναγιιότης ∆. Λάζου έφεραν διαταγή από τον Πάυλο Μελλά οι αντάρται
Χονδρός από την Βουχωρίνα και Τζανατέλης από τον Πενταλοφο και
εκτελέσθηκαν οι άλλοι δύο στην γέφυρα Νιδρουζι προς προσβορον
παραδειγµατικώς. Στην κατοχή πρόεδρος βρέθηκε ο Θανάσης Τολιος που έκανε
ελιγµούς για να γλυτώσει τη ζωή του. Επίσης πρόεδρος εχρηµάτισε και ο
αδελφός του Πέτρος. Στις 16 Νοεµβρίου του 1986 ήρθε στο χωριό µας
συνεργείο της ΕΡΤ 1 υπό την επικεφαλής Μαρία Μαυρίκου ύστερα από µιά
δηµοσίευση σε Αθηναϊκή εφηµερίδα για τον πατροκοσµά τον Αιτωλό για να
δούνε το σιδερένιο Σταυρο που είχε βάλει µε τα χέρια του ο Αγιος και ιστορικώς
οµίλησε ο Θανάσης Τόλιος, πότε πέρασε από κεί ο Αγιος Κοσµάς και τί είπε και
το έδειξε στην εκποµπή 25 Μαρτίου 7 η ώρα.
Ευχαριστούµε τη ∆έσπω Βράγγα για τα πασχαλιάτικα τραγούδια της την
Ευγενία Ν. Λάζου, ∆έσπω Ν. Λάζου για τα µοιρολόγια και βρίσκονται στην
εκκλησία του Αγίου Αθανασίου τα εξής βιβλία:
Ευαγγέλιον ∆απάναις Αµπτωµίω αφιερωθέν τω Μακαριωτάτω και Σοφωτάτω
πατριάρχου Ιεροσολύµων Χρυσάνθω του Νοταρά εν έτι 1745 Μηνιαίον
Απριλίου αψρζ ενετησι 1774 Απριλίου παρακλητική παρά Κυρίου χωρίον
Κρητός εν έτησι 1793 παρά ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωαννίνων.
Πεντηκοστάριον: πάσι τη ιερολογιωτάτη και χριστιανικοφιλοσοφιτάτης,.
Γεωργίου Ιεροδιακόνου ο Ιωαννίνων το χαίρειν άνευ ηµεροµηνίας κατεγραµένη
µηνιαίον Νοεµβρίου 1778 παρά ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωννίνων µηνιαίον
Φεβρουαρίου 1783.
Παρακλητική οκτόηχος Ανδρέου του Ιδροµένου Βενετία 1897, µην
∆εκέµβριος κατεστραµένη ηµεροµηνία πολύ παλαιόν.
Μηνιαίον: Οκτώβριος 1777 παρά ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωαννίνων.
Μηνιαίον Νοεµβρίου εκ του τυπογραφείου του ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ
Ιωαννίνων.
Μηνιαίον: Αυγούστου 1777 παρά ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωαννίνων όπως
και τα µηνιαία Σεπτεµβρίου, Ιανουαρίου, Απριλίου. Παρακλητική 1899 Ιωάννου
Μαρτίνου πεντηκοστάριον Βαρθολοµαίου Κουτλουµουσιανού του Ίµβρου.
Μηνιαίον Αυγούστου 1795 παρά ∆ηµητρίου Θεοδοσίου εξ Ιωαννίνων..Μηνιαίον
Φεβρουαρίου παρά του ιδίου, όπως και το µηνιαίον Ιουλίου 1777 µηνιαίον
δυσκολοδιάβαστο 1783. Μηνιίον Μαρτίου άνευ χρονολογίας. ∆εκεµβρίου 1795
και Σεπτεµβρίου.
Ο εργολάβος Γ. Μεσίκας εκτός του γυµνασίου Τσοτυλίου και ισόγειον
οικοτροφείου Τσοτυλίου και εκκλησίας Κυδωνιών. Έργα του είναι και τα εξής:
Εκκλησία Αβδέλλας: Αγία Μαρίνα Τσοτυλίου. Σχολεία: Εξατάξιο, Περιβολιού,
Κοσµατίου, Μεσολάκου Αβδέλλας. Παλαιοχωρίου, Πριονιών, Απιδέας Βοΐου,
Τρανόβαλτο., Μικρόβαλτο Σερβίων, Συδένδρου, Οροπεδίου Τρικώµου,
Σπηλαίου, τουριστικό Σαµαρίνας, προππύλαια σχολείου Χρυσαυγής,
ησυχαστήριον φοιτητών στο Περτούλι έργο του πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης.

Ο ΒΡΑΓΓΑΣ
Εκτός της εκκλησίας Κονιατσής Ελασσώνος Ευαγγελίστρια τώρα 1911,
Λούβρη και Κορυφής Βοΐου έκανε και εκκλησία Ελατου, πυλωροί, Κοίµηση
Θεοτόκου Τρικόρφου -Πελτιτα µε σχέδια αγγέλων στην εκκλησί Ευγγελίστριας
Γρεβενών στις πόρτες και υπέρθυρα (επάνω παράθυρα) λιθανάγλυφα επίσης
στην εκκλησία εισόδεια της Θεοτόκου Συνοικισµοΰ Εκκλησιών.
Εικόνα βρεφοκρατούσας στο Τρίκορφο, Τρίκορφο, Λιθανάγλυφα στα
υπέρυθρα εκκλησίας Λούβρης. Εικόνα Αρχαγγέλου Γαβριήλ και υπέρθερη
τοξοτή επιγραφή στο νεκροταφείο Χρυσαυγής. Μονοκόµατο λίθινο εικονοστάσι
στο Κυπαρίσι, ολόκληρο λιοντάρι. Εικονοστάσι Κοίµησης Θεοτόκου Χρυσαυγή.
Υπέροχο εικονοστάσι µεταξύ Κυδωνιών -Αηδονιών, Αγίου Κοάννου, Αγίου
Κοσµά. Μονοκόµατα µανουάλια στον Αγιο ∆ηµήτριο κορυφής και Αγίου
Κοσµά στην εκκλησία Αγίου Αθνασίου. Κωδονοστάσια ∆ασυλίου Κυπαρισίου,
Ροδοχωρίου - νεοκλασικά προπύλαια σχολικά Κριµηνίου, Ροδοχωρίου.
∆ιδακτήριον σχολείον Κρηµινίου µεγάλης λιοθογραφική αξίας πυρπολήθη από
τους Γερµανούς. Γέφυρα προς πρόσβορον στη θέση Νιδρούζι, πέτρινος τάφος
και προτοµή Βασίλη Γκισάκι στη θέση Καστελάνος, που τον εκτέλεσαν
επικυρηγµένοι λησταί. Τη βρύση Κυδωνιών σπουδαίας κατασκευής µε
µονοκόµατες κολώνες. Τζάκια πέτρινα, λιοντάρια στο σπίτι Καλογεροπούλου
στο Ροδοχώρι, ∆αλαµάγκα στην κορυφή, Ραγκαζά, επίσης Τσώνη στην κορυφή,
Παπαβασιλείου στον Άγιο Κοσµά, γέφυρα Αγ. Κοσµά προς Κυπαρίσσι, Μόρφη
Βοΐου Χρυσαυγής και υπέροχη γέφυρα στο Νιδρούζι προς πρόσβορον.
Ο Χριστόδουλος Τόλιος δραστήριος στην τέχνη και τολµηρός σε δύσκολα
έργα του, έκτισε την εκκλησία. Στο µοναστήρι Όσιος Νικάνωρ στη Σάβορδα,
µωσαϊκό από πορόλιθους και πλεκτά ο Χρήστος ∆. Λάζος το 1918 χαµηλότερα
της µονής να εκκλησιάζονται και γυναίκες γιατί ο άγιος δεν θέλη να ανεβαίνουν
γυναίκες στο κυρίως µοναστήρι.
Επίσης έκανε µαζί µε το γιό του Θανάση το 1923 τις σκάλες που ανεβαίνουν
στο µοναστήρι της Μεταµορφώσεως στα Μετέωρα Καλαµπάκας ένθα στο
υπέρθερο της θύρας που πρωτοµπαίνουµε υπάρχει µπρούντζινη πλάκα µε τα
ονόµατα Αθανάσιος Μεγδάνης, φουρνελάς και Χριστόδουλος Πελεκάνος και
κτίστης (φωτ. 19). Λίγο δύσκολο στον επισκέπτη γιατί αργότερα ένας εγωιστής
ηγούµενος έβαλε µαρµάρινη πλάκα µε βασιλιάδες και υπουργούς και από
µακριά βαράει στα µάτια τον επισκέπτη που πρέπει να ξέρη για να τη δη
ανεβαίνοντας την πρώτη σκάλα.
Έκανε πολλά δύσκολα έργα, επικίνδυνα αρµολόγησε τον πύργο που ανέβαζε
το δίχτυ 25 µέτρα ύψος µε κρεµαστές σκαλωσιές µε παλµάργια και 40 µέτρα ο
βράχος κάτω του πύργου, δηλαδή 65 µέτρα ύψος στερέωσε διάφορα τοιχεία µε
κρεµστές σκλωσιές και έσωσε το αρχονταρίκι που δέχονταν τους τουρίστες που
η µιά του κολώνα ένα επί ένα στήριξε δύο καµάρες για να πηγαίνουν στα κελιά
τους και ήταν έτοιµη να ανοίξη και οι αρµόδιοι µηχανικοί απεφάνθησαν ότι δεν
γίνεται, πρέπει να χαλαστή το κτίριον εκεί και η γνωριµία µε τον ηγούµενο
Χαράλαµπο Σκαρπαλέζο γόνος του άλλωστε πρωθυπουργού που πήρε τη
Θεσσαλία και την εποµένη χρονιά έκανε τις σκάλες και την µεθεπόµενη τον
πύργο και άλλες επικίνδυνες εργασίες ο παπούς του Κουµουνδούρου του
ηγουµένου εκεί έπσε ο Κοσµάς Κέδρος από ένα βράχο 3 µέτρων έσπασε το πόδι
του και ήταν ανάπηρος όλη του τη ζωή.
Κατ' άλλες ανεπεβεβαίωτες πληροφορίες οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού,
Μελισόνιτα ήσαν από την Ήπειρο γύρω του Καλαµά ποταµού που είχαν
σκοτώσει άτακτους Αλβανούς που τους ενοχλούσαν και ήρθαν και έκαναν
καλύβες στη θέση Παλαιοχώρι και εδώ η ίδια µοίρα τους ακολούθησε και
χάλασε το χωριό εξετέλεσαν σε µιά νύχτα οµάδα ατάκτων Αλβανών γιατί
απεπειράθηκαν να προσβάλλουν τις γυναίκες τους. Και πάλι ο περίφηµος ο
ανεπανάληπτος αυτοδίδακτος Βράγγας δεν ήταν µόνο άριστος γλύπτης είχε και
τα φαιδρά του έκανε διάφορα φαιδρά.
Όταν φτιάχνανε την εκκλησία στην κορυφή, επειδή τα πλεκητά αγκωνάρια
ήσαν µεγάλα τη µεταφορά µε τα ζώα πελέκαγε µε τους χωρινούς του στο
Λατοµείο. Στο Νταµάρι είχε τον παντόλιο το Χριστόδουλο Τόλιο το Γιώργο
Λάζο και είχαν δαµιντζάνα µε το ρακί στο Νταµάρι να πίνουν ρεφενέ το
κέρασµα το έκανε ο Γεώργιος Λάζος το βράδυ τελειώνοντας φεύγανε και
εκείνος έκρυβε το ρακί µέσα σε πέτρες. Αυτός φύλαξε κρυφά είδε πού το
έκρυψε κι τη νύχτα πήρε τον Παναγιώτη Τόλιο πήγε και καθήσαν και το ήπιαν
µισή οκά. Την άλλη µέρα 9 η ώρα έλα βρε Γιώργο δεν θα µας κεράσης σήµερα;
Πήγε βρήκε άδειο το µπουκάλι και τόσπασε ο Βράγγας γελούσε. Όταν έκανε
πάλι την εκκλησία Λούβρης τον είπε ο επιβλέπων τη ∆ευτέρα να πάη ένα αρνί
για να τους φιλέψη, γιατί κάθε Σάββατο πήγαιναν στο χωριό τους το τσιράκι.
Εκείνος στο καµπαναριό κάτω είχαν κάνει µιά πρόχειρη πόρτα να κλείνουν τα
εργαλεία φεύγοντας εκεί ένας σκύλος τρύπωσε να βρη τίποτες για φαγητό και ο
Βράγγας τον κλείδωσε µέσα. Τη ∆ευτέρα που γύρισαν έφερες Γιώργο αρνί; Ναί
τόχω κλεισµένο στο καµπαναριό. Ανοιξε την πόρτα µε τρόπο να µη σε φύγη.
Εκείνος ανοίγοντας ο σκύλος ρίχτηκε στην αγκαλιά του να φύγη, έπεσε κάτω
και έκανε 15 µέρες άρρωστος.
Μία γάτα όλο του έκανε ζηµιές στα φαγητά τους. Αυτός επενόησε να την
εκδικηθή. Ανέβηκε στο δεύτερο πάτωµα του καµπαναριού, έβαλε λίγο κρέας
στην άκρη µιας σανίδας και το ζύγισε πατώντας η γάτα να φτάση το κρέας,
έπεσε κάτω µαζί µε τη σανίδα θα σκότωνε τον Παναγιώτη Τόλιο το σανίδι.
Στο χωριό Στηλβενίκο Βοιωτίας, έβαλε στα πόδια της γάτας καρυδότσεφλες
και την έβαλε πάνω στα κεραµίδια. Η γάτα γλιστρούσε και βέλαζε και ξύπνησε
τους κατοίκους.
Στην Αγία Μαρίνα Τσοτυλίου έπιασε ένα σκύλο και έδεσε στην ουρά του ένα
τενεκέ µε πέτρες και τον αµόλυσε νύχτα. Ο καηµένος γύρισε όλο το Τσοτύλι
όπου κόπηκε η ουρά του.
Και επίσης ένα ενθύµιο για τον Βράγγα. ∆εν είχε εργασία και άκουσε στο
Αγιο Όρος στο ρωσικό µοναστήρι, έκαναν έργα πελεκιτά, πήγε και βρήκε εκεί
άλλους 10 πελεκετάδες από την Τήνο, που πελεκάγανε µιά δυσκολοπελέκιτη
πέτρα. Παρουσιάσθηκε στον ηγούµενο και του ζήτησε δουλειά. Τον ρωτά ο
ηγούµενος τί δουλειά κάνεις; Και εκείνος αποκτά πελεκάνος. Ακουσαν οι άλλοι
µαστόροι και χλευάζοντες άρχισαν να λένε µεταξύ τους. Αυτός ο µικρός
άνθρωπος µε τα τόσο µικρά χέρια του, γιατί ήταν κοντούλης και µικρόσωµος, τη
δουλειά µπορεί να κάνει θα τον πιάσω και θα τον βάλω στη τσέπη µου. Ο
ηγούµενος τον έβλεπε έτσι µικρόσωµο και δίσταζε να του δώσει δουλειά. Τί
υπεύθυνη
εργασία µπορεί να κάνη άραγε αυτός ο άνθρωπος, έτσι θα σκέφτονταν. Τότε
ο µικρόσωµος Βράγγας του λέγει. Αγιε ηγούµενε βάλε µε στη δουλειά
δοκιµαστικά και αν δεν σε κάνω µε διώχνεις. Όταν άρχισε να πελεκή οι Τήνιοι
χάζεψαν. Αρχισαν τότε να λένε µεταξύ τους, βρε το µικρούλη και καλός είναι
και γρήγορος και περισσότερα αγκωνάρι φτιάχνει και καλύτερος στην τέχνη
είναι από εµάς. Μόλις τον είδε ο ηγούµενος αµέσως άλλαξε γνωµηκαι τον
κράτησε εκεί 2 χρόνια στην εργασία του µέχρι που τελείωσε το κτίριο.

Τί περάσαµε 1941-44 από δυστυχία και πείνα.


Οι Γερµανοί και Ιταλοί εδέσµευσαν τα λάδια και δεν υπήρχε στο εµπόριο
µόνο στην Ήπειρο Παραµυθιά, Φιλιάτες, Πάργα, ξεκινούσαµε µε τα ζώα όσοι
είχαν και πεζοί όσοι δεν είχαν ζώα, τρεις µέρες πορεία και εκεί έπαιρναν από
τους τσάµιδες Τούρκους και από ντόπιους Έλληνες µε ανταλλαγή βελέντες,
φουστάνια ή µε χρυσή λίρα όσοι είχανε. Τρείς µέρες να πάµε µία να ψωνίσουµε
και τρεις ναρθούµε µε µουλαρόδροµο τα Ηπειρωτικά βουνά και επειδή το ψωµί
µούχλιζε κάναµε κατσαµάκι µε καλαµποκάλευρο στις καραβάνες εκεί που
κάναµε σταθµό να ξεκουραστούν τα ζώα. Ύστερα αφού φέρναµε το λάδι άλλες
δύο µέρες στα χωριά της Πτολεµαϊδος να το αλλάξουµε µε σιτάρι και να
γυρίσουµε να το αλέσουµε στους νερόµυλους να το φάµε.
Πολλοί φθάσανστο σηµείο να µαζεύουν χελώνες από τα δάση που υπήρχαν
πολλές να τις µαγειρέψουν να φάνε. Ζάχαρι διόλου, τα παιδιά ιδίως που την
είχαν τόσο ανάγκη, ευτυχώς ήταν πολλά φρούτα, κεράσια, κορόµηλα, αχλάδια
και συµπλήρωναν την ζάχαρη που τα µικρά την είχαν τόσο ανάγκη, αλλιώς τα
παιδιά κινδύνευαν. Επίσης δεν υπήρχε πετρέλαιο φωτισµού. Πηγαίναµε επτά
ώρες µε τα ζώα όσοι είχαν, στις πλάτες όσοι δεν είχαν ζώο στην Πίνδο και
βγάζαµε δαδί από τις ρίζες κοµένων Πεύκων και αφού το κάναµε κοµµατάκια το
σχίζαµε µικρά και ψιλά κοµµατάκια και το ανάβαµε ένα ένα σε ένα φεγγί µέσα
στο τζάκι για να τρώµε ψωµί και όταν δεν υπήρχε δαδί βάζαµε φρύγα στο τζάκι
να κάνει φλόγα να φέγγει να τρώµε. Πολλοί έπαθαν φυµατίωση από την
κακοφαγία και σχεδόν κανείς δεν έζησε όσο έπρεπε λόγω της κακοφαγίας.
Τελειώνω και πρέπει να ευχαριστήσω τον Γιώργο Οδυσ. Λάζο που µε συνέτρεξε
στο ζήτηµα της φωτογραφίας του παρόντος βιβλίου.
Γιά τον συνοικισµό εκκλησιά που απέχη 500 µέτρα ούτε στοιχείο δεν βρήκαν
για το πλαιό του χωριό. Στο συνοικισµό γεννήθηκαν και ανετράφηκαν τέσσερα
άτοµα που όπως ο Άγος Κοσµάς καυχάται για τον περήφηµο Βράγγα έτσι και
αυτοί οι διάσηµοι αυτοδίδακτοι Φώτης Στούπας σπουδαίος ιστορικός και
κατασκευαστής ψυγείων ο αδελφός του Χριστόφορος Στούπας ειδικός
καθαριστής αρχαιολογικών ευρηµάτων ο Θανάσης Ντίνας αυτοδίδακτος
ηλεκτρολόγος συνταξιούχος εχρηµάτισε διευθυντής ∆ΕΗ Γρεβενών και τέλος ο
αποθανών Παναγιώτης Γαβριήλ Ξυλόγλυπτης. 1944 τρίτη Πάσχα η 16χρονη
κοπέλα Αθηνά Στερ. Γαβριήλ εκεί που βόσκαγε τα µανάρια στο εξωκκλήσι Αγ.
Αθανάσιος, Αγ. Κοσµά πήγε να την απαγάγει ο Πέτρος του Παπατζαµπίρη
συνοδευόµενος από τον Θανάση τον Μανώλη και εκείνη αρνήθηκε τη σκότωσε
και απεπειράθη ν' αυτοκτονήσει και έµεινε σηµαδεµένος, αµφότεροι κάτοικοι
Εκκλησιάς.
24 Αυγούστου 1967 στη µνήµη του Κοσµά του Αιτωλού έγιναν τα εγκαίνια
του ναού µε µεγαλοπρέπεια αρχιερατούντος του αρχιεπισκόπου Ιερωνύµου και
συλητουργούντων των µητροπολιτών Φλωρίνης Αυγουστίνου που συνετέλεσε
στην κατασκευή του, Γρεβενών, Τρικάλων, Σισανίου, Σιατίστης,
Ελευθερουπόλεως παρισταµένου και του τότε Υ.Β. Ελλάδος του διοικητού της
9ης Μεραρχίας στρατιωτικής Μουσικής και χιλιάδες κόσµου από όλην την
Ελλάδα, δηµοσιογράφοι Αθηνών, Θεσσαλονίκης ή ΕΡΤ Φλωρίνης.

Οφειλόµενες ευχαριστίες:
Στον δάσκαλο Λάζαρο Παπαϊωάννου που ταξινόµησε τα γραπτά Θανάση
Μπαζάκα, Γεωργίου Λάζου και Κώστα για τις φωτογραφίες της Ευ. Λάζου.
∆υστυχώς ένα έργο του Βράγγα στο χωριό του., ο νάρθηκας της εκκλησίας
µας µε µονοκόµατες κολώνες πατοκόλωνα και κεφαλοκόλωνα στην
ανακατασκευή της εκκλησίας ασυνείδητοι οι τότε κρατούντες επίτροποι τη
γκρέµισαν και την έσπασαν και την έβαλαν στο τοιχείο ανεκτίµητου αξίας έργο
του Ε. Βράγγα.
Το οικόπεδο που χτίστηκε η εκκλησία του Πατροκοσµα το διέθεσε άνευ
αµοιβή η αείµνηστος Τριανταφυλλιά Χ. Χρυσοχόου που ήταν πολύ θεοσεβής.

Potrebbero piacerti anche